Αρχική / Ψυχολογία / Αυτογνωσία / Γιατί οι ενήλικες χρειάζονται το παιχνίδι πιο πολύ από τα παιδιά; Δείτε τι κερδίζετε παίζοντας
Γιατί οι ενήλικες χρειάζονται το παιχνίδι πιο πολύ από τα παιδιά; Δείτε τι κερδίζετε παίζοντας thumbnail

Γιατί οι ενήλικες χρειάζονται το παιχνίδι πιο πολύ από τα παιδιά; Δείτε τι κερδίζετε παίζοντας

Ενήλικες και παιχνίδι: Γιατί το χρειάζονται περισσότερα από τα παιδιά;


Είναι παράξενο να ξεκινάει ένα άρθρο με θέμα το νόημα του παιχνιδιού, χρησιμοποιώντας µια ιστορία θανάτου, αλλά η ιστορία αυτή μας δειχνει, κατά κάποιον τρόπο, ότι το παιχνίδι είναι κάτι εξαιρετικά σηµαντικό.


Γύρω από το νοσοκοµειακό κρεβάτι του ηλικιωµένου πατέρα τους, µ' όλα τα μηχανήµατα σταµατηµένα πια, και µε την παρατεταµένη αναµονή του τέλους, που έφτανε από στιγµή σε στιγµή, δύο κόρες κι ένας γιος, αφού του είχαν πει το στερνό τους αντίο, αφού είχαν µοιραστεί όλες τις ενοχές και τις τύψεις τους, κι είχαν πια οριστικοποιήσει τη συµφιλίωσή τους, έµειναν σιωπηλοί. Δεν είχαν πια να κάνουν τίποτα άλλο. Εκείνος δεν µπορούσε πια να µιλήσει, κι αυτοί δεν είχαν πια τι άλλο να πουν. Σηκώθηκαν, σαν χορός αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, και πήραν θέση γύρω απ' το κρεβάτι. Και πάλι η σιωπή. Κι ύστερα, σιγανά και αμήχανα, αρχίζουν ένα τραγούδι. Ασυναίσθητα, διαλέγουν κάτι παρηγορητικό και οικείο, ένα παλιό τραγουδάκι που τους το είχε µάθει όταν ήταν παιδιά, που το τραγουδούσαν παλιά, τα καλοκαίρια, που περνούσαν παίζοντας και τρέχοντας στο Ακρωτήριο Καντ. Καθώς οι φωνές τους ενώνονται και δυναµώνουν, νιώθουν να πλημμυρίζουν από αναµνήσεις…, κι αρχίζουν να κουνάνε ρυθμικά τα σώµατά τους. Όταν φτάνουν στον τελευταίο στίχο, εντελώς ξαφνικά, ο πατέρας τους, έχοντας ανασηκώσει λίγο το κεφάλι του, αγωνίζεται να τελειώσει το τραγούδι μαζί τους. Μια αδύνατη λάµψη στα µάτια του. Για µια στιγµή. Τα µάτια ξανακλείνουν, το κεφάλι του γέρνει… κι ο πατέρας πεθαίνει. Το τραγούδι εξακολουθεί βέβαια να υπάρχει, αλλά, για το γιο και τις κόρες, έχει εξ ολοκλήρου μεταµορφωθεί: Από µια απλή παιδική µελωδία, από ένα παιχνιδι, έγινε ένα δώρο – το δώρο τους για το τελευταίο ταξίδι του πατέρα τους.


Μ' αυτά που πιστεύουµε στις µέρες µας, το παιχνίδι θεωρείται εξαιρετικά ωφέλιµο. Έχει χάσει, βέβαια, τις παλιές, πανανθρώπινες ικανότητές του, που έχουν επισηµάνει οι ανθρωπολόγοι. Η σύγχρονη οικονοµία, υποτιµώντας το, έχει αφαιρέσει εκείνες τις πλευρές του παιχνιδιού που µας ενέπνεαν, μας εξύψωναν και µας αφύπνιζαν το πνεύμα. Αλλά το παιχνίδι είναι πάνω από εμάς, πάνω από ηλικίες. Αλλά εμείς το αφήσαµε τώρα στα παιδιά, γιατί πρέπει να κάνουμε πράγµατα σηµαντικά. Παρόλα αυτά, το τραγούδι, ο χορός, το χειροκρότηµα, το να κυνηγάµε ο ένας τον άλλο, να μεταμφιεζόμαστε και ν΄ αλλάζουµε συµπεριφορά -πράγµατα που τα θεωρούµε σήµερα παιδικά- μπορούμε να τα ανακαλύψουµε ξανά και να µας κερδίσουν µε πολύ ενήλικους τρόπους, ακόµα κι αν βρισκόµαστε κοντά στο τέλος της ζωής μας. To παιχνίδι δεν µετατρέπεται σε κάτι πολύ σηµαντικό καθώς εµείς µεγαλώνουµε – είναι σημαντικό, από την αρχή και από µόνο του. Μ' άλλα λόγια, µπορεί να περάσουμε όλη μας τη ζωή έχοντας µια πολύ κακή εικόνα για το παιχνίδι, µια εικόνα, όµως, που δεν έχει καμία σχέση με τις πιο ουσιαστικές, πνευματικές ιδιότητές του. Αλλά, πολλοί µελετητές θεωρούν το παιχνίδι σαν ένα ιδιαίτερα σηµαντικό, ίσως το πιο σηµαντικό πράγμα που µπορούν να κάνουν οι άνθρωποι.


"Το να τολμάς, να διακινδυνεύεις, ν' αποδέχεσαι την αβεβαιότητα, ν' αντέχεις την πίεση – όλα αυτά είναι η ουσία του πνεύµατος του παιχνιδιού", γράφει ο Ολλανδός ιστορικός Γιόχαν Ουιζίνγκα (Johannes Huizinga), και ορίζει το ανθρώπινο γένος, κατά κύριο λόγο, ως δηµιούργηµα του παιχνιδιού. Στο έργο του, µε τον τίτλο "Homo Ludens" (το homo ludens στα λατινικά σημαίνει "οι άνθρωποι ως όντα που προέρχονται από το παιχνίδι") – Μια Μελέτη των Στοιχείων του Παιχνιδιού στην Κουλτούρα µας (Α Study of the Play Elements in Culture), ο Ουιζίνγκα θεωρεί το παιχνίδι στη ζωή μας όχι ως κάτι δευτερεύον ή ακόµα και ως κάτι που συμβαίνει σε κάποια από τα στάδια της ανάπτυξής μας, αλλά ως κάτι ουσιαστικό για όλους και για όλες τις ηλικίες.


Οι θεωρίες του Ουιζίνγκα είναι πραγματικά ριζοσπαστικές. Ισχυρίζεται, για παράδειγμα, ότι "ο πολιτισμός γεννιέται όχι μέσα από τα βάσανα, όπως μας λένε τα μυθιστορήματα και οι ταινίες, αλλά μέσα απ' το παιχνίδι". Το παιχνιδι είναι µια υπόθεση πολύ σοβαρή για τον Ουιζίνγκα (που ήταν πρύτανης του Πανεπιστηµίου της Λέιντεν). Οι ιδέες του φαίνονται ακόµα πιο συναρπαστικές, αν σκεφτεί κανείς ότι έκανε διαλέξεις για τον Homo Ludens κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ολλανδίας από τους Ναζί. Θεωρούσε το παιχνίδι έναν τρόπο πάλης για τη διατήρηση της στοιχειώδους ανθρωπιάς.


Ο Γουέµπστερ δίνει για το παιχνίδι το παρακάτω συνώνυμα: "γλεντάω", "αστειεύομαι", "βρίσκοµαι σε έξαψη". Αυτές οι λέξεις δεν μοιάζουν καθόλου µε λέξεις που κάποιος θα συνέδεε µε µια προσπάθεια καταπολέµησης του κακού. Το παιχνίδι όµως είναι ανατρεπτικό, γιατί υπονομεύει το κακό – κι αυτό είναι πάντα κάτι πολύ σοβαρό. Το παιχνίδι ανοίγει μια τρύπα στη δύναµη που δεν είναι αυθεντική. Ας πάρουµε, για παράδειγµα, την αγαλλίαση που νιώθει κανείς όταν βλέπει τον Τζακ Νίκολσον να παίζει έναν τρόφιμο ψυχιατρείου στην ταινία "Η Φωλιά του Κούκου" ή τους ήρωες στο Μ*Α*S*Η*, οι οποίοι παίζουν για να καταπολεμήσουν την εσωτερική ερήµωση που προκαλούν η βαθιά θλίψη και οι παραλογισµοί του πολέμου.


Παρόλα αυτά, στις µέρες µας, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρούμε το παιχνίδι των ενηλίκων σαν έναν τρόπο χαλάρωσης. Παίζει δηλαδή ρόλο εξισορροπητικό µε την εργασία μας. Το τοποθετούμε σε µια χωριστή κατηγορία, στην κατηγορία "µετά τη δουλειά". Δεν το εμπλέκουµε πια στην καθηµερινότητά µας, τραγουδώντας, για παράδειγµα, κατά τη διάρκεια της ημέρας. Στην πραγματικότητα όµως, το παιχνίδι δεν είναι το αντίθετο της εργασίας – και για να είμαστε ειλικρινείς, η καλύτερη εργασία γεννιέται µέσα απ' το παιχνίδι. Η εργασία δεν είναι πιο σοβαρή ενασχόληση από το παιχνίδι, το αντίθετο μάλιστα. Το παιχνίδι δεν κάνει την εργασία λιγότερο σοβαρή, την κάνει λιγότερο µονότονη. Και το καλύτερο που θα µπορούσαµε να κάνουµε είναι να συνδυάσουμε το παιχνίδι µε την εργασία, αλλά, πάνω απ' όλα, να το συνδυάσουµε µε το µεγαλωμα των παιδιών μας. Το παιχνίδι είναι η δηµιουργικότητα της φαντασίας, είναι το χιούµορ που βελτιώνει την καθηµερινότητά µας. Ανταγωνίζεται σε δύναµή τους θεούς. Αυτό το γνωρίζουν οι πιο σοφοί άνθρωποι και το εφαρμόζουν. Οι μύθοι, πάντα περιείχαν χιούµορ. O σοφός, αγαπηµένος ήρωας των Ινδιάνων, στις Νοτιοδυτικές Πολιτείες της Αµερικής, είναι ο Τρίκστερ – κι αυτό που τον σπρώχνει για να πάει μπροστά στη ζωή του, είναι οι πορδές του. Αν αυτό δεν µας φαίνεται αστείο, µπορούμε να πάρουµε ένα τεύχος από τα κόμικς που έχουμε στο σπίτι µας κι ένα ποτήρι μπύρα και να ξαπλώσουµε στον καναπέ. Αν δεν υπάρχουν κόμικς στο σπίτι μας, μπορούμε να πάρουμε το βιβλίο "H Ιστορία του Μυλωνά" του Τσώσερ (Άγγλος ποιητής, περίπου 1345-1400). O Τσώσερ συμφωνούσε με τον Ουιζίνγκα, ότι το παιχνίδι μοιάζει µε τέχνη υψηλών προδιαγραφών.


Ως ενήλικοι, χρειάζεται ν' αναθεωρήσουμε τις απόψεις µας για το παιχνίδι. Δεν µπορούµε να το αφήσουμε µόνο στα παιδιά. Αναμφίβολα, ο πατέρας που πέθαινε στο νοσοκομειακό κρεβάτι, δεν περίµενε ποτέ να τον φρόντιζαν τα παιδιά του τραγουδώντας του, πόσο µάλλον να του τραγουδήσουν ένα παιδικό τραγουδάκι που τους έµαθε αυτός. Παρόλο που ήταν τα δικά του "ενήλικα" παιδιά που βρίσκονταν στο πλευρό του, αυτά "έγιναν" παιδιά, και ο ίδιος, για µια στιγμή, έγινε κι αυτός πάλι παιδί.


Το παιχνίδι µάς ξαναγυρίζει όλους στην παιδική µας ηλικία. Κι αυτό είναι που το κάνει σημαντικό, που το κάνει ευλογηµένο. Το παιχνίδι µας δείχνει ότι, βαθιά, µέσα µας είµαστε ένα σώμα μ' ένα πνεύμα που ακτινοβολεί και φαντάζεται. Τα παιδιά και το παιχνίδι είναι ένας κόμπος αξεδιάλυτος. Το να παίζει κανείς είναι μια εµπειρία ασυνείδητης αυθεντικότητας, µια εκδήλωση της αληθινής και µοναδικής οντότητάς µας. Κι απ' αυτές τις καταστάσεις τα παιδιά ποτέ δεν ξεστρατίζουν. Το παιχνίδι µάς επαναφέρει στο µικρό μας µέγεθος, μέσα σ΄ ένα μεγάλο, απέραντο κόσμο, o οποίος, έτσι όπως τον παρακολουθούµε ταπεινά, είναι γεµάτος µε δυνατότητες. Με το παιχνίδι έχουμε μια εµπειρία του εαυτού µας ως σύνολο, που µας καλεί στις περιπέτειες της ζωής και µας προετοιμάζει για να πολεµήσουμε, όχι µόνο τους κακούς ανθρώπους, αλλά και τα φιλαράκια τους: Την πλήξη, την κούραση και την αποδιοργάνωση (τόσο των παιδιών, όσο και των γονιών τους). […]


Το παιχνίδι είναι εθελοντικό – αντίθετα µε τις απαιτήσεις της δουλειάς µας. Η δουλειά είναι κάτι που κάνουµε για να κερδίζουµε χρήµατα, κάτι δηλαδή που πρέπει να το κερδίσουµε, αλλά το παιχνίδι το κάνουµε (και για) την ψυχή µας. Στο παιχνίδι, παίρνουμε πίσω αυτό που δίνουµε. Κάποιος, για παράδειγµα, παίζει µουσική ή παίζει µπάλα κι αυτό είναι σαν πράξεις αγάπης, είναι δηλαδή αυθόρµητα και γενναιόδωρα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η λέξη παιχνίδι είναι το ουσιαστικό που χρησιµοποιείται στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ποδόσφαιρο, στη µουσική. Παίζω σ' ένα θεατρικό έργο, Παίζω βιολοντσέλο ή Παίζω µπάλα! Αυτές είναι εκφράσεις που τις χρησιμοποιούμε συνήθως µε μεγάλη σοβαρότητα – γιατί δείχνουν την προσδοκία μας να ενθουσιαστούµε και να παρασυρθούµε, να διώξουµε δηλαδή από πάνω μας τα βάρη της ζωής μας.


Το παιχνίδι είναι επίσης κάτι που δεν επαναλαµβάνεται. Μπορεί να παίζουµε το ίδιο παιχνίδι, αλλά ο τρόπος που το παίζουµε και το αποτέλεσµα είναι διαφορετικά κάθε φορά. Το ίδιο συμβαίνει και στην Τέχνη. Καμιά θεατρική παράσταση δεν είναι ίδια µε την άλλη. Στην εποχή μας, εποχή της μαζικής παραγωγής με τη βοήθεια των µηχανών, έχουµε αφήσει πια πίσω μας τη γεµάτη ηλεκτρισµό ένταση µιας ανεπανάληπτης στιγµής. Ξεχάσαµε τον εµπνευσµένο σπινθήρα, του γεµάτου εφευρετικότητα συσχετισµού διάθεσης και απόδοσης, που σµίγουν το ένα µε το άλλο κάθε φορά και µε διαφορετικό τρόπο. Η πρόσµιξη αυτών των στοιχείων δηµιουργεί όχι µόνο το παιχνίδι αλλά κι όλες τις άλλες καλλιτεχνικές δηµιουργίες. Η δημιουργία νέων και µη αναµενόµενων συσχετισμών ανάµεσα σε πράγµατα, ιδέες, εμπειρίες, και συναισθήµατα, είναι από τη φύση της αστεία. Η ευχάριστη αίσθηση της µείξης (σ΄ ένα µουσαμά ζωγραφικής) δύο χρωµάτων, που δεν έχουμε σκεφθεί ότι ταιριάζουν, της σύνδεσης των ενεργειών των ηρώων µιας ιστορίας, που είναι απρόσµενες, η συγχορδία δύο µουσικών οργάνων που παίζουν ταυτόχρονα, όλο αυτό είναι αφορμές για παιχνίδι. Τα αθλητικά κατορθώματα που μας αφήνουν άναυδους δεν μπορούν να επαναληφθούν, παρά την άµεση αναµετάδοσή τους. Οι µαγικές ιδιότητες αυτών των στιγµών µάς προσφέρουν κύματα ευχαρίστησης και παρατεταμένου αισθήµατος ολοκλήρωσης, που, αφού παρέλθουν, μας εκπλήσσουν µε την απλοϊκότητά τους.


Εμείς ποτέ δεν περιµέναμε να σκεφθούμε την ιστορία που µας βγήκε αυθόρμητα, όταν πιάσαµε στα χέρια µας αυτό το παραφουσκωµένο ψεύτικο ζωάκι, και ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι θα δίναµε ζωή στη µικρή γούνινη ύπαρξή του. Και παρόλο που η ιστορία αυτή δεν ζητάει κανένα Βραβείο Πούλιτζερ, η προσπάθειά µας και μόνο απάλειψε τη σκληρότητα της ημέρας. Γιατί ήρθε και μας επισκέφτηκε το παιχνίδι. Επιστρέψαμε δηλαδή πάλι σ' έναν κόσµο δυνατοτήτων. Ένας από τους ανθρώπινους πόθους είναι να προσπαθούµε να αιχµαλωτίζουµε αυτό το συναίσθηµα (της δυνατότητας) ξανά και ξανά, να εξασφαλίσουµε τη σταθερότητά του, να "βάλουµε το πουλί σ΄ ένα κλουβί". Καταγράφουµε τα επιτεύγµατά μας, γυρίζουμε πίσω και τα ξανασκεφτόµαστε. Κι έχουµε την απαίτηση όλες οι ανάλογες εµπειρίες μας να είναι συνεχώς στη διάθεσή μας, οποτεδήποτε τις θελήσουµε. Θέλουμε, δηλαδή, να έχουμε πάντα τα ίδια αποτελέσµατα, θέλουµε να τυποποιήσουµε τη μαγεία. Αυτό όμως δεν είναι παιχνίδι, γιατί το παιχνίδι είναι μια περιπέτεια µε άγνωστη έκβαση. Το µόνο που µπορούµε να κάνουµε είναι να είµαστε διαθέσιµοι µέχρι την επόµενη φορά. Το παιχνίδι είναι µια στάση ζωής, δεν είναι στόχος ούτε και επακόλουθο. Κανείς δεν μπορεί να εξαγοράσει το παιχνίδι, µπορεί µόνο ν' αγοράσει το σκηνικό και να ελπίζει ότι αυτό θα συµβεί. Σε όλους μας έχει συμβεί αυτό, να έχουµε δηλαδή δηµιουργήσει τις προϋποθέσεις, να έχουµε στήσει το σκηνικό για να περάσουµε υπέροχα, αλλά αυτό να μη γίνεται. Το παιχνίδι µοιάζει σίγουρα σαν µια θεία επίσκεψη, σαν ένας άγγελος. Δεν ξέρουµε πότε θα έρθει, και μπορεί να μην έρθει όταν το προσκαλούµε. Όταν όµως εµφανιστεί, πρέπει να είµαστε έτοιµοι να το υποδεχθούµε, και ν' αυτοσχεδιάσουµε. […]


Το παιχνίδι για τα παιδιά -αλλά και για τους ενήλικους – έχει να κάνει µε την κατάκτηση του κόσµου που είναι στη διάθεσή τους. Αρχίζουμε λοιπόν να βλέπουµε ότι θα µπορούσε – και θα το θέλαμε – να είναι το παιχνίδι ένα κομμάτι της καθημερινότητας μας – ίσως τόσο πολύ, όσο το θέλουν και τα παιδιά.



Το παιχνίδι στους ενήλικους


Αν προσπαθήσουµε ν' αναλογιστούμε τα παιχνίδια των ενήλικων, θα διαπιστώσουµε ότι οι προσδοκίες μας απ' αυτά είναι συνήθως ίδιες μ' αυτές του περιμένουµε από το παιχνίδι των παιδιών. Στις µέρες μας, έχουµε επιτρέψει στο παιχνίδι των ενήλικων να µετατραπεί σε κάτι εξίσου ωφέλιµο όπως πιστεύουµε και για το παιχνίδι των παιδιών. Πρέπει δηλαδή να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Οι ενήλικοι παίζουν, είτε για ν' ανακουφιστούν από το άγχος, είτε για λόγους υγείας, είτε -κι αυτό ακούγεται ακόµα πιο κουφό- το παιχνίδι τους έχει ως αποκλειστικό στόχο του κάτι που σχετίζεται με το σεξ – για παράδειγµα, εκείνη τη δραπέτευση το Σαββατοκύριακο, που υπόσχεται γεύµατα στο φως των κεριών κι ένα δωµάτιο ξενοδοχείου µε βρύσες σε σχήµα καρδιάς. Αυτή η περιορισµένη άποψη για το παιχνίδι (θα παίξω ή θα δραπετεύσω για να λύσω κάποιο πρόβληµά µου) όχι µόνο θέτει σε κίνδυνο την οικογενειακή μας ζωή, αλλά επηρεάζει δυσµενώς και το γάµο μας. Όχι ότι υπάρχει τίποτα κακό σ΄ ένα ζευγάρι που παίζει ένα σκληρό παιχνίδι τένις. Όµως, αυτή η αντίληψη για το παιχνίδι (παίζω για να…), τους οδηγεί σε μια στέρηση από µια ευρύτερη κατανόηση µεταξύ τους, η οποία θα στηρίξει και τους δυο τους, ως άτοµα και ως συντρόφους, για όλη τους τη ζωή.


Ποιος είναι λοιπόν ο βασικός πυρήνας του παιχνιδιού; Πώς ακριβώς "λειτουργεί" το παιχνίδι; Τι αποτέλεσμα έχει στις σχέσεις και στις οικογένειες; Ο καλύτερος τρόπος για ν' απαντήσουµε σ' αυτό το ερώτημα δεν είναι να εξετάσουµε το γιατί και πώς παίζουν τα παιδιά, αλλά να εξετάσουµε, πρώτα απ' όλα, τις δυνατότητες που παρέχει το παιχνίδι σ΄ εµάς. Κι ακόµα να δούµε αν, στον κόσµο που ζούµε, οι ενήλικοι χρειάζονται το παιχνίδι περισσότερο απ' όλους και από καθετί άλλο.


Στη συζήτησή μας για το παιχνίδι των ενήλικων, είναι χρήσιµο, και ενθαρρυντικό, να θυµηθούµε ότι υπήρχε από παλιά σε όλους τους προηγούµενους πολιτισµούς. Γνωρίζουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν όχι µόνο σπουδαία παιχνίδια, αλλά και σπουδαία δράματα και κωµωδίες. Ας σκεφτούμε επίσης τους Ινδιάνους της Μοντάνα και του Γουαϊόµινγκ που έπαιζαν μπάλα και παιχνίδια µε μπαστούνια, παιχνίδια δηλαδή που έµοιαζαν πολύ µε το σόφτµπωλ. Και στους δύο αυτούς πολιτισµούς, το παιχνίδι δεν σχετιζόταν αποκλειστικά και µόνο µε τον ελεύθερο χρόνο ή με την κοινωνικοποίηση δεν σχετιζόταν δηλαδή μόνο με την ωφελιμιστική χρήση του, που είχε σαν στόχο του να διδαχθούν οι νέοι τη µελλοντική τους θέση στην κοινωνία. Το παιχνίδι σχετιζόταν µε την κοινωνικότητα – τη χαρά, δηλαδή, να είναι κανείς µαζί µε άλλους. Οι συναθροίσεις για παιχνίδι ήταν, κι έπρεπε να ήταν, ξέγνοιαστες, τονωτικές και ευχάριστες. Το παιχνίδι λοιπόν των ενήλικων δεν είναι µια σύγχρονη ασχολία, που εφευρέθηκε για τους πλούσιους ηλικιωμένους της Φλόριντα. Ο ΤΖέιµς Άτλας, σ' ένα αξιόλογο δοκίμιό του στο Περιοδικό The New Yorker, αναρωτιέται "Πού έχει εξαφανισθεί όλη µας η διασκέδαση;". Ο συγγραφέας ταυτίζει τη διασκέδαση των ενήλικων µε το σεξ, τα ναρκωτικά, το ροκ εντ ρολ και, κυρίως, µε το να μένει κανείς έξω από το σπίτι του ως αργά το βράδυ. Αλλά είναι πολύ κουρασμένος, επειδή έχει παιδιά, για να µπορεί να µένει έξω µέχρι αργά το βράδυ.


Ακριβώς έτσι: Είµαστε πολύ κουρασµένοι στις µέρες µας για να µένουµε έξω ως αργά τη νύχτα. Είναι λοιπόν απαραίτητο V' αλλάξουµε τις παλιές µας πεποιθήσεις, ότι οι ενήλικοι διασκεδάζουν συχνάζοντας σε πάρτι και µένοντας έξω µέχρι αργά το βράδυ. Άλλωστε, όπως γνώριζε κι ο Μαρκ Τουαίν, η πραγµατική διασκέδαση είναι το να κάνει κανείς κοπάνα απ' τον εαυτό του και να προσποιείται ότι είναι κάποιος άλλος. […]


Αν υπάρχει ένα τμήµα της κοινωνίας έχει προσπαθήσει να εκµεταλλευτεί οικονοµικά την ιδέα του παιχνιδιού, αυτό είναι η βιοµηχανία ειδών σεξ. Κάθε πολυκατάστηµα στην Αμερική ότι µια µπουτίκ µε εσώρουχα, τα οποία είναι έτσι σχεδιασμένα, ώστε να φέρουν στην επιφάνεια την παιχνιδιάρικη διάθεση του συντρόφου µας. Οι εμπορικοί δρόµοι των µεγάλων πόλεων έχουν καταστήματα µε μεγάλη ποικιλία σεξουαλικών "παιχνιδιών". Το καλό με τα σεξουαλικά παιχνίδια είναι ότι, σε πολλές περιπτώσεις,, απαιτούν από το χρήση να υιοθετήσει για λίγο μια νέα ταυτότητα. Το κακό είναι ότι τα περισσότερα είναι συσκευές που είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να οδηγήσουν μια συνάντηση σ' ένα προκαθορισμένο συμβάν – το σεξ. Το παιχνίδι αντίθετα, είναι μια περιπέτεια χωρίς όρια, την οποία τα δρώμενα δεν σχετίζονται μόνο με το σώμα. Το παιχνίδι, όπως θα μπορούσε να συμβεί και με το σεξ -μόνο που σπάνια συμβαίνει- ζητάει από εμάς να χρησιμοποιήσουμε όλες μας τις ικανότητες.


Η ειρωνεία είναι ότι η σεξουαλικότητα συχνά διώχνει το παιχνίδι από τον γάμο. Το σεξ έχει γίνει το "ζητούμενο" στα ειδύλλια, με τον ίδιο τρόπο που η "ανάπτυξη κινητικών ικανοτήτων" έχει γίνει το ζητούµενο στα παιχνίδια των παιδιών. Οι στόχοι αυτοί καθαυτοί δεν είναι βέβαια αρνητικοί, αλλά είναι κακοί όταν συµπιέζουν όλες τις άλλες πλευρές της διασκέδασης που µπορούν να υπάρξουν σε µια σχέση. Το παιχνίδι είναι ένας τρόπος αντίδρασης στην επανάληψη. Μας παρέχει τη δυνατότητα να είµαστε μαζί αλλά µε νέους τρόπους – κι αυτό όχι για να δραπετεύσουμε από τους εαυτούς µας, αλλα για να εκφράσουµε το βαθύτερο εαυτό µας (και άλλες πλευρές του ή δεξιότητες) ο ένας στον άλλο.


Η ικανότητά μας να παίζουµε µε το σύντροφό µας είναι µια σίγουρη ένδειξη της δύναμης και του εύρους της σχέσης µας, κυρίως επειδή πιεζόμαοτε όλο και πιο πολύ ανάµεσα στην αδιάκοπη, αποδεκτή πολιτισµικά, ενασχόληση µε το σεξ από τη µία, και τις αβάσταχτες οικογενειακές υποχρεώσεις από την άλλη. Οι εραστές που παίζουν µαζί συνδέονται µε νέους τρόπους μεταξύ τους, που πάνε πιο πέρα από την απλή σεξουαλικότητα, γιατί δείχνουν νέο πρόσωπο ο ένας στον άλλο. Κι αυτό θα ανανεώσει τη σεξουαλική έλξη µεταξύ τους. Γιατί το παιχνίδι είναι ένα πρώτης τάξεως αφροδισιακό.


Κι όλα τα καλά αφροδισιακά προσφέρουν στην πραγματικότητα πολύ περισσόερα από ένα στιγμιαίο ερεθισμό, δημιουργούν δηλαδή μια έλξη που διαρκεί. […]


Όταν κάποιος καταλάβει την αξία που έχει η διάθεση για παιχνίδι, δύσκολα θα πει "Μα εγώ ποτέ δεν θα µπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο". Με παρόµοιους τρόπους, το παιχνίδι µάς δίνει νέες δυνατότητες και µας ανοίγει απροσπέλαστους µέχρι εκείνη τη στιγµή κόσµους, που ούτε καν τους είχαµε φανταστεί. Η πιο κρίσιµη στιγµή ενός παιχνιδιού είναι όταν κάποιος λέει "Θέλεις να παίξεις µαζί µου;". Αυτή είναι η στιγµή της έκφρασης µιας επιθυµίας και, αν η πρόσκληση γίνει αποδεκτή, δηµιουργούνται νέες μορφές οικειότητας και νέες προϋποθέσεις για παιχνίδι. Παρόλο που εµείς οι ενήλικοι δεν ρωτάµε συνήθως τους συντρόφους µας µ' αυτόν τον άµεσο τρόπο, θα µπορούσαµε v' αντιγράφουµε τον άµεσο τρόπο με τον οποίο ρωτάνε τα παιδιά, γιατί έχουµε ανάγκη ο ένας τον άλλο για να µπορέσουμε να παίξουµε. […]


Μπορεί η δική σας ανάγκη για παιχνίδι να ξεκινήσει όταν αγοράσετε έναν πανύψηλο σκούφο μάγειρα και παρουσιαστείτε, µε το δίσκο του καφέ και µε ψεύτικο παπιγιόν στο σύντροφό σας ένα Σάββατο πρωί. Κι αν κατορθώσετε να προκαλέσετε γέλια, τότε και οι Θεοί θα χαµογελάσουν µαζί σας. Σ΄ αυτή την περίπτωση, αρχίσατε να λειτουργείτε µ' έναν εξαιρετικά εκλεπτυσµένο τρόπο, γιατί το χιούµορ είναι η πιο δύσκολη, έξυπνη, ευαίσθητη, χωρίς λογική, και γεµάτη ένταση επινόηση του ανθρώπινου νου. Δείτε µια ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν για να έχετε µια αίσθηση των θεϊκών δυνατοτήτων του παιχνιδιού. Δείτε την μαζί µε τα παιδιά σας και θα διαπιστώσετε, έκπληκτοι, ότι όλοι γελάτε τις ίδιες στιγµές. Και τότε, φυσικά, καταλαβαίνουμε ότι έχουµε φτάσει στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης, όταν κάτι κάνει και τα παιδιά και τους µεγάλους να ξεφωνίζουν, να κραυγάζουν και να χαχανίζουν όλοι μαζί. Το χιούµορ, η κωµωδία και το παιχνιδι είναι από τα κορυφαία παράδοξα της ανθρώπινης εµπειρίας, γιατί η ζωή µας είναι γεμάτη µε πάρα πολύ κόπο και πόνο. Το να µπορούµε να γελάµε είναι σαν µια νίκη – το να παίζουµε είναι κάτι θεϊκό (Οι δώδεκα Θεοί των αρχαίων Ελλήνων έπαιζαν). Παρότι µπορεί να φαίνονται ελαφρά και άνευ ουσίας, το χιούµορ, η κωµωδία και το παιχνίδι βρίσκονται στον πιο βαθύ πυρήνα της επιβίωσής µας, γιατί µας επιτρέπουν να γερνάµε µε ευπρέπεια. […]


Πότε όµως αρχίζουµε να παραιτούμαστε από το παιχνίδι και για ποιο λόγο; Όταν τα προβλήματα, οι φιλοδοξίες, τα καθήκοντα, κ.α., παίρνουν την πρώτη θέση, αρχίζουµε να µην εκτιµάµε πια το παιχνίδι. Για µας τους "µεγάλους", το να υπάρχουµε στον κόσµο της φαντασίας απαιτεί ιδιαίτερη ενέργεια και προσπάθεια. Αν επιµείνουµε, όµως, γίνεται όλο και πιο φυσικά, θα µοιάζει σαν να επιστρέφουµε σε κάτι οικείο που το είχαμε ξεχάσει, το είχαµε παρατήσει…


Η στιγµή για v' αρχίσει κανείς να παίζει είναι ΤΩΡΑ. Στην κοινωνία µας, το παιχνίδι είναι αποδεκτό για τους συνταξιούχους. Σ' αυτούς επιτρέπεται να παίζουν, γιατί έχουν πληρώσει αυτά που όφειλαν. Αυτή όµως είναι µια κοντόφθαλµη αντίληψη των πραγµάτων. Το παιχνίδι πρέπει συχνά ν' αποτελεί ένα κοµµάτι της ζωής µας. Οι άνθρωποι που δουλεύουν και έχουν παιδιά, χρειάζονται το παιχνίδι όσο ποτέ άλλοτε. Το παιχνίδι κάνει την εργασία και τον καθημερινό μόχθο, όχι µόνο πιο ευχάριστα, αλλά και πιο παραγωγικά. Οι επιθυµίες µας για το διαφορετικό, το καλύτερο, και το λιγότερο βαρετό ικανοποιούνται στο παιχνίδι, τουλάχιστον όσην ώρα κρατάει. Και δεν είναι ανάγκη να κρατήσει πολύ αρκεί να µας αρέσει. Και, Βέβαια, όχι σαν ένα ακόμη καθήκον, δίπλα στον κατάλογο µε τα άλλα οικογενειακά καθήκοντα. […]


Η παιδική ηλικία µας προσφέρει ένα ακόμα μάθημα σχετικό µε το παιχνίδι, ένα µάθημα που εµείς οι ενήλικοι συνήθως ξεχνάμε: Συχνά µπορούµε να παίξουμε και μόνοι μας. Πόσες φορές δεν σταματάμε να κάνουµε κάτι επειδη, αν μας δουν, θα φανούμε ανόητοι; Ο άντρας που µαγειρεύει μόνος του, χορεύει στην κουζίνα, πολλές φορές κωμικά, χρησιμοποιώντας την σπάτουλα για μικρόφωνο και την κατσαρόλα σαν τύµπανο. Κι όλα αυτά µε τίποτα δεν θα τον κάνουν πιο πλούσιο ή πιο έξυπνο. Απλά, χαλαρώνει τις άµυνές του, αφήνει τη φαντασία του να πετάξει και ξεσκάει λίγο. […]


Ο χρόνος που παίζουµε δεν είναι ελεύθερος χρόνος, παρόλο που μπορούµε να σχεδιάσουµε µε απόλυτη ελευθερία µια ολόκληρη σειρά από παιχνιδια. Ενώ ο ελεύθερος χρόνος σηµαίνει ανάπαυση, το παιχνίδι είναι µια ενεργή απασχόληση, που µας ανοίγει τα φτερά σε νέες περιοχές τού νου και σε νέες επιρροές. Το παιχνίδι δεν είναι διασκέδαση. Η διασκέδαση είναι κάτι παθητικό, ενώ το παιχνίδι είναι ενεργητικό. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι σηµαντικό χάνεται όταν η τηλεόραση αντικαθιστά το παιχνίδι των παιδιών, ακόµα και το παιχνίδι των ενήλικων. Αυτό το κάτι δεν είναι µόνο η ενεργητική εξάσκηση της φαντασίας µας, είναι επίσης και η απώλεια της οικειότητας, η πρόσκληση που εµείς, δυστυχώς, δεν δεχτήκαµε, η ενέργεια που εξανεµίστηκε, η νέα δυνατότητα που εµείς δεν αγγίξαµε, και η ρουτίνα που ρίζωσε ακόµα πιο βαθιά µέσα µας.


 


Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Τέχνη της Οικογένειας» της Τζίνα Μπρία. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Θυμάρι για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.


Comments

X

Αγαπητοί αναγνώστες,

Σας ενημερώνουμε ότι το boro.gr προσφέρει καθημερινά (Δευτέρα-Παρασκευή) δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη με επαγγελματίες ψυχολόγους.

Κάντε κλίκ εδώ για να συνδεθείτε και να ενημερωθείτε για τις ώρες λειτουργίας.
X