Πρώτη γνωριμία: Γιατί πιστεύουμε πάντα ότι έχουμε κάνει κακή εντύπωση; 

Συναντάμε έναν άνθρωπο για πρώτη φορά. Συζητάμε μαζί του για λίγο, έτσι για να σπάσει ο πάγος, και εφόσον, τελειώσει η κουβέντα μας και μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας σκεφτόμαστε ότι σίγουρα δεν έχουμε κάνει καθόλου καλή εντύπωση… «Μάλλον μίλησα πολύ και δεν άφησα τον άλλον να σταυρώσει κουβέντα» ή «Αφού δεν μίλαγα, ο άνθρωπος θα με πέρασε για ακατάδεχτη»! Λίγο πολύ αυτό είναι κάτι που έχει συμβεί σε όλους μας. Μην το αρνηθείτε! Μήπως όμως είμαστε όλοι λίγο αυστηροί με τον εαυτό μας.

Τι είναι το «Liking Gap»;

Οι επιστήμονες δημιούργησαν τον όρο «Liking Gap» για να περιγράψουν περιπτώσεις, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ουσιαστικά, πρόκειται για την τάση μας να θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να γίνουμε συμπαθείς σε ένα άτομο που μόλις μας γνωρίζει.

Η ψυχολόγος  Erica Boothby  και οι συνεργάτες της δημοσίευσαν πρόσφατα μια σειρά 5 μελετών στις οποίες άγνωστα μεταξύ τους άτομα συνομίλησαν μεταξύ τους και μετά περιέγραψαν το πόσο συμπάθησαν ή αντιπάθησαν τους συνομιλητές τους, αλλά και πόσο θεωρούν ότι κατάφεραν να τους «κερδίσουν». Αυτό που προέκυψε, κατ’ εξακολούθηση είναι ότι τα άτομα δήλωναν ότι δεν πιστεύουν ότι κέρδισαν τη συμπάθεια των συνομιλητών τους, ενώ οι τελευταίοι δήλωναν το αντίθετο.

Από τη συγκεκριμένη μελέτη κατέστη σαφές ότι το πρόβλημα μας οφείλεται στην αδυναμία μας να αξιολογήσουμε ορθά τα μηνύματα που μας στέλνει ο συνομιλητής μας. Και αυτό επιβεβαιώθηκε από το γεγονός ότι τα άτομα που δεν μπόρεσαν να κρίνουν αντικειμενικά τον εαυτό τους, παρακολούθησαν μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες άλλων ανθρώπων και μπόρεσαν να αναγνωρίσουν με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια τα συναισθήματα τους.

Τι συμβαίνει λοιπόν;

Οι συνομιλίες με ανθρώπους, που μόλις έχουμε γνωρίσει, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Μπορεί ένα άγνωστο άτομο να μην καταλαβαίνει το χιούμορ μας, επίσης και οι δύο έχουμε αμφιβολίες για το ποιες είναι οι κοινές μας γνώσεις ή για το πόσο ταιριάζουν οι απόψεις μας. Κατά συνέπεια, η συζήτηση γίνεται ένας χορός στον οποίο στον οποίο ο καθένας και η καθεμία προσπαθεί να βρει τα βήματά του.

Ο Boothby περιγράφει τις συζητήσεις της πρώτης γνωριμίας ως «συνωμοσίες ευγένειας», στις οποίες οι άνθρωποι συμμορφώνονται με τους κοινωνικά πρέπει, προβάλλοντας  κοινωνικά επιθυμητές εκδοχές του εαυτού τους. Περιττό να πούμε ότι οι συνομιλίες με περισσότερα από δύο άτομα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκες.

Οι συνομιλίες μας με ανθρώπους που μόλις έχουμε γνωρίσει απαιτούν από εμάς να ισορροπήσουμε επιτυχώς τις δυνάμεις «απώθησης», που απομακρύνουν τους ανθρώπους, και τις δυνάμεις «έλξης», που τους φέρνουν κοντά μας. Αφενός, θέλουμε να γνωρίσουμε το άλλο άτομο και να του αρέσουμε (οι δυνάμεις «έλξης»), αλλά ταυτόχρονα μπορεί να φοβόμαστε την απόρριψη ή το να αποκαλύψουμε πάρα πολλά πράγματα  για εμάς, αφήνοντας τον εαυτό μας σε μια ευάλωτη θέση (δυνάμεις «απώθησης»).

Άλλη μία ψυχολογική παγίδα στην οποία μπορούμε να πέσουμε είναι το spotlight effect. Να θεωρήσουμε δηλαδή ότι έχουμε τραβήξει επάνω μας την προσοχή, αλλά με αρνητικό τρόπο. Ότι κάποιο σημείο στην εμφάνισής μας είναι πολύ προβληματικό, ότι οι ερωτήσεις μας είναι «χαζές» και το χιούμορ μας αποτυχημένο. Καταλήγουμε λοιπόν να υπεραναλύουμε πράγματα τα οποία ο συνομιλητής μας ακόμη κι αν τα παρατήρησε, μάλλον θα τα έχει ξεχάσει ήδη. Αν αποδεσμευτούμε από αυτήν την παγίδα, μπορούμε να ανταποκριθούμε καλύτερα στην κοινωνική περίσταση μίας νέας συνάντησης.

Με πληροφορίες από το PsychologyToday

Σχετικά άρθρα