Γιατί οι άνθρωποι κάνουν κακό στους άλλους; – Τι οδηγεί σε βίαιες και εγκληματικές συμπεριφορές; – Υπάρχει εθισμός στη βία και στην επιθετικότητα;

Ο ερευνητής Κοινωνικής Ψυχολογίας, Roy Baumeister, καταρρίπτεi την ίδια την έννοια του κακού, «τον μύθο του καθαρού κακού», επισημαίνοντας ότι οι παράγοντες που οδηγούν τους ανθρώπους να κάνουν κακά πράγματα ο ένας στον άλλο είναι πολύ περίπλοκοι. Συνεπώς, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως «κακοί».

Δεν γεννιόμαστε ηθικοί – ένα μικρό παιδάκι απολαμβάνει να τραβάει την ουρά της γάτας. Το θεωρεί αστείο και παιχνίδι. Ο γονιός είναι αυτός που λέει στο παιδί ότι κάτι τέτοιο δεν είναι σωστό και πως πρέπει να αποφεύγεται, επειδή προκαλεί πόνο στο ζώο και μπορεί το ζώο να επιτεθεί ως αντίδραση και άμυνα.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι εξακολουθούμε να διατηρούμε ένα μέρος του προϊστορικού μας παρελθόντος – την τάση να είμαστε βίαιοι και επιθετικοί.

Συμβατικά, η βία θεωρείται ότι συχνά καθοδηγείται από αρνητικά συναισθήματα, όπως ο θυμός ή ο φόβος. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να γίνει επιθετικό επειδή εξοργίστηκε με ένα άλλο άτομο ή επειδή φοβήθηκε ότι το άλλο άτομο μπορεί να του κάνει κακό.

Ωστόσο και τα θετικά συναισθήματα παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην επιθετική συμπεριφορά. Κάποιος δηλαδή που έχει επιθετική συμπεριφορά, μπορεί να αισθάνεται καλά με αυτό. Αυτή η ευχαρίστηση, έχει να κάνει με αυτό που ονομάζεται «ηδονική ανταμοιβή», η οποία αποτελεί μια πραγματικά ισχυρή κινητήρια δύναμη που ωθεί στις βίαιες πράξεις. Στην ουσία, η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να ενισχυθεί από θετικά συναισθήματα που κάνουν κάποιον να νιώθει δύναμη και κυριαρχία.

Η επιθετικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με το «είμαι θυμωμένος και θέλω να χτυπήσω κάποιον», αλλά έχει επίσης να κάνει με το ότι κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται καλά με το να εκδικηθούν κάποιον που τους έχει αδικήσει ή που θεωρούν ότι τους έχει αδικήσει.

Σύμφωνα με τον David Chester (αναπληρωτή καθηγητή και διευθυντή του Εργαστηρίου Κοινωνικής Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης στο Τμήμα Ψυχολογίας του Virginia Commonwealth University), αυτή η θετική αίσθηση λειτουργεί στα ίδια νευρωνικά κυκλώματα, όπως συμβαίνει και με άλλες εθιστικές συμπεριφορές, όπως η κοκαΐνη, ο τζόγος και η επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά.

Οι 4 βασικές αιτίες του κακού σύμφωνα με τον Baumeister:

  1. Η απλή επιθυμία για υλικό κέρδος
  2. Ο απειλούμενος εγωισμός
  3. Ιδεαλισμός: «Οι υψηλοί στόχοι θεωρούνται συχνά ως δικαιολογητικά για να χρησιμοποιηθούν βίαια μέσα». 
  4. Η επιδίωξη της σαδιστικής απόλαυσης: «μόνο το 5 ή 6% των δραστών νιώθουν απόλαυση προκαλώντας κακό». 

Η ανθρώπινη διαπροσωπική βία ασκείται συχνά από άτομα που ενεργούν παρορμητικά, με φόβο, με ανασφάλεια, με πάθος, εκδικητικά ή άστοχα. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με την αντιδραστική επιθετικότητα. 

«Οι άνθρωποι που κάνουν κάτι κακό δεν θεωρούν τους εαυτούς τους κακούς»

Οι άνθρωποι τείνουν συχνά να ελαχιστοποιούν τις βλαβερές επιπτώσεις αυτού που κάνουν ή να εκλογικεύουν τους λόγους τους (ακόμη και αν υποκινούνται κυρίως από την απλή επιθυμία για υλικό κέρδος ή από τον απειλούμενο εγωισμό), θεωρώντας συχνά την πράξη τους πολύ λιγότερο σημαντική από τις επιπτώσεις που βιώνει το θύμα, ή νιώθοντας ότι το θύμα τους απείλησε ή τους προκάλεσε ή ότι άξιζε αυτό που του έκαναν.

Ο Baumeister προτείνει ότι ενώ το μότο των θυμάτων είναι «Ποτέ μην ξεχνάς», το μότο των δραστών είναι «Περασμένα ξεχασμένα».

Πέρα από τους κακούς κακοποιούς στις ταινίες του Χόλιγουντ, ο Baumeister σημειώνει ότι “οι περισσότεροι άνθρωποι που κάνουν κακό δεν θεωρούν ότι κάνουν κακό. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν τους εαυτούς τους καλούς ανθρώπους που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ως οι καλοί που μάχονται ενάντια στις δυνάμεις του κακού.

Ο κόσμος αναλύεται σε «εμείς εναντίον αυτών» και σχεδόν πάντα αποδεικνύεται ότι το κακό βρίσκεται με την πλευρά «αυτών»” (αναφερόμενος εδώ περισσότερο στη βία μεταξύ ομάδων, εθνών, ιδεολογιών κ.λπ. παρά σε μεμονωμένες εγκληματικές πράξεις).

Οι ψυχοπαθείς είναι άτομα που στερούνται βαθύτατα ενσυναίσθησης για τους άλλους και ενεργούν από καθαρό συμφέρον. Έρχονται σε αντίθεση με την κοινωνία και αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο προκαλώντας ανεπανόρθωτα κακό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψυχοπαθείς στερούνται ελεύθερης βούλησης. Παραμένουν ενήμεροι για τους νόμους και την ηθική και απλά κάνουν επιλογές όπως όλοι μας.

Το παράδειγμα με το προφίλ του Χίτλερ

Ακόμα και ο Χίτλερ θεωρούσε τον εαυτό του και τον γερμανικό λαό θύματα – κυρίως των Εβραίων, τους οποίους (μαζί με τους αριστερούς) κατηγορούσε για την ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις επακόλουθες συντριπτικές οικονομικές συνθήκες και την ταπείνωσή της.

Παρουσίαζε τους Εβραίους ως μια άπληστη ανήθικη φυλή που ζούσε παρασιτικά από τον γερμανικό λαό και είχε ως στόχο την καταστροφή της Γερμανίας. Θεωρούσε τη ναζιστική δίωξη και τη μετέπειτα μαζική δολοφονία των Εβραίων ως αυτοάμυνα.

Αγχώδης άνθρωπος με νευρικό πεπτικό σύστημα, νευρωτικές εμμονές μόλυνσης, ασταθή ιδιοσυγκρασία, έλλειψη τυπικής εκπαίδευσης (δεν είχε ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) και έντονη τάση να εξωτερικεύει την ευθύνη για τις προσωπικές του αποτυχίες, ο Χίτλερ ήταν ακριβώς το είδος του ανθρώπου που πίστευε και διέδιδε παράξενες παρανοϊκές θεωρίες συνωμοσίας.

Κοινωνικός έλεγχος και αυτοέλεγχος

Ο Baumeister δηλώνει:

«Συνολικά, οι τέσσερις βασικές αιτίες του κακού είναι διάχυτες, γεγονός που οδηγεί κάποιον να αναρωτηθεί γιατί η βία και η καταπίεση δεν είναι ακόμη πιο συχνές από αυτό που ήδη είναι.

Η απάντηση είναι ότι οι βίαιες παρορμήσεις συνήθως συγκρατούνται από εσωτερικές αναστολές- οι άνθρωποι ασκούν αυτοέλεγχο για να αποφύγουν να ξεσπάσουν στους άλλους κάθε φορά που μπορεί να τους βγαίνει μία τέτοια συμπεριφορά».

Η βία είναι συχνά αποτέλεσμα μειωμένου αυτοελέγχου ή κατάρρευσης του κοινωνικού ελέγχου.

Ο ανασταλτικός έλεγχος ή ο αυτοέλεγχος είναι σε μεγάλο βαθμό μια λειτουργία των μετωπιαίων λοβών του εγκεφάλου μας (ιδίως του προμετωπιαίου φλοιού). Όπως το θέτει ο νευροεπιστήμονας και βιολογικός ανθρωπολόγος Robert Sapolsky: Ο μετωπιαίος λοβός μας βοηθά να κάνουμε το πιο δύσκολο πράγμα όταν αυτό είναι το σωστό που πρέπει να κάνουμε.

Υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλομορφία στη λειτουργία του μετωπιαίου λοβού μεταξύ των ατόμων – πιθανώς περιγράφεται καλύτερα από μια καμπύλη καμπάνας. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν σχετικά χαμηλότερη δραστηριότητα του μετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου και κατά συνέπεια χαμηλότερο αυτοέλεγχο. Η πιο συνηθισμένη κλινικά ορισμένη «διαταραχή» που συνδέεται με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η ΔΕΠΥ. Η ΔΕΠΥ παίζει υπερβολικά μεγάλο ρόλο στην επιθετική και εγκληματική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Το πλαίσιο – Τι κάνει τους ανθρώπους να κάνουν αυτά που κάνουν;

Οι βιολογικοί και κοινωνικοί-πολιτισμικοί παράγοντες, που προσδιορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, είναι εξαιρετικά πολύπλοκοι.

Τα γονίδια και το περιβάλλον αλληλεπιδρούν, συνεχώς.

Ο τρόπος με τον οποίο θα συμπεριφερθεί ένα άτομο επηρεάζεται έντονα από:

  • τη γενετική προδιάθεση

Αφορά την πιθανότητα να αναπτύξει κανείς μία συγκεκριμένη πάθηση και συχνά σε αυτό οφείλεται η κληρονομικότητα. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δομείται πάνω σε βιοχημικές και ψυχοφυσιολογικές διαδικασίες, οι οποίες επηρεάζονται από τη γενετική κληρονομιά κάθε ατόμου.

  • τις εμπειρίες του παρελθόντος

Όλα όσα έχει βιώσει κάποιος στο παρελθόν του, έχουν συμβάλλει στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του και των πεποιθήσεών του, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στο «παρόν». Τα βιώματα της παιδικής ηλικίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή του ατόμου.

  • τους κοινωνικοοικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες

Η θέση που έχει κάποιος μέσα στην κοινωνία (υψηλού/χαμηλού/μηδενικού κύρους), επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μέσα σε αυτήν. Εάν κάποιος δεν έχει να φάει, είναι πολύ πιθανό να επιτεθεί, να κλέψει, να σκοτώσει και γενικά να προβεί σε ενέργειες που βάσει ενστίκτου θα τον κάνουν να επιβιώσει. Ακόμη, η εκπαίδευση, το μορφωτικό επίπεδο και η κουλτούρα που αντιπροσωπεύουν κάποιον, επηρεάζουν και τη συνολική συμπεριφορά του.

  • την παρουσία κοινωνικών προτύπων

Η ανθρώπινη συµπεριφορά εξελίσσεται και λειτουργεί μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο.

Οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι κοινωνικές συνήθειες και οι στάσεις που αφοµοιώνουµε από την κοινωνία στην οποία ζούμε, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε.

  • τις ιδιαιτερότητες των άμεσων περιστάσεων και συνθηκών, στις οποίες εκτίθεται

Η συμπεριφορά των ανθρώπων αλλάζει ανάλογα με τις καταστάσεις που βιώνουν σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο τυχαίνει να βρίσκονται.

Όλοι μας είμαστε προικισμένοι με διαφορετικές ποσότητες νοημοσύνης, διορατικότητας και ενσυναίσθησης. Άλλοι σημαντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την παρορμητικότητα, την ικανότητα καθυστέρησης της ικανοποίησης και την προνοητικότητα για την εκτίμηση των συνεπειών πριν από τη δράση. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν σε ένα συνεχές. Είναι ένα μείγμα όλων αυτών των πτυχών μιας προσωπικότητας που αλληλεπιδρούν με τον έξω κόσμο, κάνοντας δεκάδες χιλιάδες μικρές επιλογές που συνθέτουν τη ζωή που ζούμε.

Ο μετωπιαίος λοβός του εγκεφάλου μας, το τμήμα που είναι περισσότερο υπεύθυνο για την κοινωνικοποίησή μας, δεν αναπτύσσεται πλήρως μέχρι την ηλικία των 20. Πολλοί από εμάς μπορούμε να θυμηθούμε τις πιο ξεροκέφαλες αποφάσεις μας στα τέλη της εφηβείας και στις αρχές των 20 χρόνων, όταν πιστεύαμε ότι τα ξέραμε ήδη όλα.

Το να ακούει και να αποδέχεται κανείς τη λέξη «όχι» ως παιδί βοηθάει στο να καθορίσει πώς θα αντιμετωπίσει την απογοήτευση ως ενήλικας. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια αντιληπτή στέρηση, κάποιοι αισθάνονται λιγότερο πρόθυμοι να ακολουθήσουν τις κοινωνικές νόρμες ή τους νόμους, αν αισθάνονται ότι δικαιούνται κάτι. Στο μυαλό τους ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ακριβώς επειδή η ζωή δεν ήταν δίκαιη μαζί τους.

Σχετικά άρθρα