Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν μια αίσθηση εσωτερικής απόστασης από τους άλλους, ακόμη κι όταν εξωτερικά η ζωή τους φαίνεται «γεμάτη» από σχέσεις, παρέες ή κοινωνικές επαφές. Λένε πως δυσκολεύονται να συνδεθούν πραγματικά, νιώθουν ότι δεν μπορούν να αισθανθούν κάτι σε βάθος, παρά μόνο επιφανειακά, ή επίσης δεν ξέρουν πώς είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι.
Αυτή η εμπειρία, όσο μοναχική κι αν μοιάζει, είναι πολύ πιο συχνή απ’ όσο φανταζόμαστε. Όπως μπορούμε να καταλάβουμε, πίσω της κρύβεται συχνά ένας φόβος βαθύτερος και πιο περίπλοκος: ο φόβος της μοναξιάς. Ένας φόβος που, αντί να μας φέρνει κοντά στους ανθρώπους, γίνεται τελικά ο λόγος που απομακρυνόμαστε.
Όταν θέλεις σύνδεση αλλά φοβάσαι να την ζήσεις
Ο άνθρωπος που δυσκολεύεται να δεθεί δεν είναι ένας άνθρωπος που δεν θέλει αγάπη. Συνήθως είναι κάποιος που τη θέλει τόσο πολύ, που η πιθανότητα να την χάσει και να μην την έχει, τον τρομάζει. Η εγγύτητα φέρνει ευαλωτότητα και η ευαλωτότητα, για κάποιους, είναι σχεδόν απειλή.
Έτσι, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, κρατούν αποστάσεις και επιτρέπουν την επαφή, αλλά μόνο μέχρι το σημείο όπου νιώθουν ασφαλείς. Η σχέση γίνεται μια προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στο «σε θέλω κοντά» και στο «φοβάμαι να σε αφήσω να με γνωρίσεις ολοκληρωτικά».
Αυτή η αμφιθυμία μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να νιώθει μόνος ακόμη και μέσα σε μια σχέση. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής αίσθηση κενού, σαν να υπάρχει ένα αόρατο τζάμι ανάμεσα σε εκείνον και στους άλλους.
Η συναισθηματική πανοπλία που χτίστηκε κάποτε από ανάγκη
Πολλοί έχουν μάθει από μικροί να μην δείχνουν τι νιώθουν. Άλλοι μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα όπου η ευαισθησία θεωρούνταν αδυναμία, κάποιοι έζησαν απόρριψη ή σκληρότητα, κι έτσι έμαθαν ότι τα συναισθήματα χρειάζονται έλεγχο. Με τον καιρό χτίζεται μια «πανοπλία», μια συναισθηματική προστασία που κάποτε ήταν σωτήρια, αλλά στην ενήλικη ζωή μπορεί να γίνει εμπόδιο.
Η πανοπλία αυτή μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία στο άνοιγμα, καχυποψία, ανάγκη απόλυτου ελέγχου ή υπερβολική αυτάρκεια. Ένα άτομο μπορεί να ερωτευτεί, να δείξει ενδιαφέρον, να προσπαθήσει, αλλά πάντα με κάποιο «φρένο». Και κάθε φορά που κάποιος πλησιάζει πολύ, το ένστικτο είναι να απομακρυνθεί. Όχι από αδιαφορία, αλλά από φόβο.
Μία βαθιά μοναξιά που όσο κόσμο κι αν έχεις γύρω σου, πάλι νιώθεις μόνος
Η πιο δύσκολη μορφή μοναξιάς δεν είναι η εξωτερική, αλλά η εσωτερική. Μπορεί κανείς να περιβάλλεται από ανθρώπους και να νιώθει τρομερά μόνος. Μπορεί να έχει σχέση αλλά να νιώθει ότι δεν «αγγίζεται» πραγματικά από τον άλλον. Αυτή η αποσύνδεση δεν οφείλεται πάντα στην έλλειψη αγάπης γύρω μας, αλλά πολλές φορές στην αδυναμία μας να δεχτούμε αυτή την αγάπη.
Η αγάπη απαιτεί να επιτρέψουμε στον άλλον να μας δει. Όμως αυτό, για όσους κουβαλούν τραύματα ή φόβους, μπορεί να είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα.
Γιατί νιώθω ότι δεν μπορώ να αγαπήσω;
Το συναίσθημα ότι «δεν μπορώ να αγαπήσω» δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι ψυχρός ή ανίκανος για συναίσθημα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, σημαίνει ότι υπάρχει κάτι που μπλοκάρει τη ροή του συναισθήματος. Οι πιο συνηθισμένοι λόγοι είναι:
- Ο φόβος της απόρριψης και η ανάγκη να προστατευτούμε από πιθανό πόνο.
- Παλιά τραύματα από σχέσεις ή παιδικά χρόνια που άφησαν την αίσθηση ότι η εγγύτητα δεν είναι ασφαλής.
- Χαμηλή αυτοεκτίμηση που κάνει το άτομο να θεωρεί ότι δεν είναι «αρκετά καλό» για να αγαπηθεί.
- Συναισθηματική αποσύνδεση, όπου τα συναισθήματα θάβονται τόσο βαθιά που γίνονται δύσκολο να αναγνωριστούν.
Πώς ξαναχτίζεται η αληθινή σύνδεση
Η συναισθηματική σύνδεση δεν επιβάλλεται με τη δύναμη της θέλησης. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και μια βαθιά ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Μικρά βήματα μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεμπλοκάρει σιγά-σιγά και να ανοίξει χώρο για αυθεντική οικειότητα.
Πρώτα από όλα, χρειάζεται παρατήρηση των συναισθημάτων. Να μάθει κάποιος τι νιώθει, πριν προσπαθήσει να το μοιραστεί. Στη συνέχεια, βοηθάει να ανοίγεσαι λίγο-λίγο σε ανθρώπους που έχουν δείξει ότι σε σέβονται και σε ακούν χωρίς να σε κρίνουν.
Η συνέπεια της καθημερινότητας, το να μην απομακρύνεται κανείς όταν αισθάνεται φόβο, αλλά να παραμένει και να παρατηρεί, είναι μια σημαντική άσκηση. Η δουλειά πάνω στην αυτοεκτίμηση, επίσης, παίζει τεράστιο ρόλο, γιατι ο άνθρωπος που πιστεύει ότι αξίζει την αγάπη, μπορεί και να την δεχτεί.
Τέλος, η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας δεν είναι σημάδι αδυναμίας, αλλά θάρρους. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να φωτίσει τους λόγους πίσω από την αποσύνδεση και να δώσει εργαλεία για πιο ζεστές και ουσιαστικές σχέσεις.
Μπορεί τελικά κάποιος να μάθει να αγαπά;
Η απάντηση είναι, ναι!
Η ικανότητα για αγάπη δεν χάνεται. Μερικές φορές απλώς καλύπτεται πίσω από φόβους, άμυνες και παλιές εμπειρίες. Ο άνθρωπος που λέει «δεν μπορώ να αγαπήσω» συνήθως είναι κάποιος που είτε έχει αγαπήσει πολύ και έχει πληγωθεί βαθιά, με αποτέλεσμα σήμερα φοβάται να το ξανακάνει, είτε κάποιος που σαν παιδί δεν αγαπήθηκε όπως του άξιζε.
Με χρόνο, με υπομονή και με σταδιακό άνοιγμα, η σύνδεση μπορεί να ξαναβρεθεί, η οικειότητα μπορεί να ξαναγίνει γνώριμη και οι σχέσεις μπορούν να αποκτήσουν πάλι βάθος.
Η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε είναι εκεί και πάντα ήταν. Απλώς, καμιά φορά, χρειάζεται να της ανοίξουμε σιγά-σιγά την πόρτα, μέχρι να μας θυμίσει όσα νομίζαμε πως είχαμε ξεχάσει.