Το πρόσφατο περιστατικό στο Δημοτικό Σχολείο Λουτρακίου όπου η δασκάλα του σχολείου κατήγγειλε 6χρονο μαθητή για θωπεία, άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από την παιδική συμπεριφορά, τα όρια στο σχολείο και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες ερμηνεύουν τις κινήσεις ενός παιδιού. Πέρα από το τι έγινε στο σχολείο και πώς θα το χειριστούν οι υπεύθυνοι, υπάρχει μια βαθύτερη ψυχολογική και ψυχαναλυτική πλευρά που χρειάζεται να την δούμε με απλό και προσγειωμένο τρόπο.
Τα παιδιά αυτής της ηλικίας λειτουργούν και εκφράζονται διαφορετικά από ό,τι οι ενήλικες, και αυτό πρέπει να αποτελεί την αφετηρία κάθε συζήτησης.
Η σχέση των παιδιών με τον δάσκαλο στην ηλικία των 6 ετών
Στα έξι τους χρόνια, τα παιδιά βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον προστατευμένο κόσμο του σπιτιού και στη νέα πραγματικότητα του σχολείου. Ο δάσκαλος, λοιπόν, δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που τους μαθαίνει γράμματα, αλλά και ένα σταθερό και καθησυχαστικό πρόσωπο που αντικαθιστά, μέσα στο πλαίσιο του σχολείου, τις γονεϊκές φιγούρες. Το παιδί τον βλέπει σαν έναν ασφαλή ενήλικα, έναν οδηγό, ένα άτομο που μπορεί να του προσφέρει αποδοχή, ενθάρρυνση και μια αίσθηση ότι ανήκει καπου.
Η προσκόλληση σε έναν εκπαιδευτικό μπορεί να είναι έντονη, όχι επειδή υπάρχει κάτι το «περίεργο», αλλά ακριβώς επειδή το παιδί μεταφέρει σε αυτόν μέρος της ανάγκης του για φροντίδα. Η συναισθηματική αυτή σύνδεση είναι απολύτως φυσιολογική και συχνά εκδηλώνεται με τρυφερές πράξεις, αυθόρμητες εκδηλώσεις στοργής ή κινήσεις χωρίς σαφή έλεγχο του προσωπικού χώρου.
Ο δάσκαλος ως συμβολική μορφή στα μάτια του παιδιού
Για ένα παιδί της Α’ Δημοτικού, ο δάσκαλος είναι ένα είδος «μεταβατικού προσώπου»: κάποιος που γεφυρώνει τον κόσμο του σπιτιού με τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Συμβολίζει σταθερότητα, προστασία και καθοδήγηση. Δεν λειτουργεί ως «αυθεντία» με την έννοια που τη βιώνουν οι ενήλικες, αλλά ως φιγούρα που συνδυάζει όρια και ασφάλεια. Στη φαντασία του παιδιού, ο δάσκαλος μπορεί να φέρει στοιχεία μητρικής ή πατρικής παρουσίας, όχι επειδή το παιδί μπερδεύει ρόλους, αλλά επειδή έτσι δομείται η παιδική αντίληψη για τους ανθρώπους που έχουν ρόλο φροντιστή.
Αυτή η συμβολική σημασία είναι που οδηγεί συχνά τα παιδιά να πλησιάζουν τον δάσκαλο χωρίς να έχουν συναίσθηση της απόστασης που ο ενήλικας θεωρεί «δεδομένη». Για το παιδί, η εγγύτητα είναι τρόπος να επιβεβαιώσει πως ο ενήλικας το βλέπει, το αποδέχεται και το νοιάζεται.
Η παιδική συμπεριφορά ως έκφραση ανάγκης, όχι πρόθεσης
Τα παιδιά 6 ετών δεν διαθέτουν την ωριμότητα να ελέγχουν απόλυτα το σώμα τους ή να κατανοούν τις κοινωνικά αποδεκτές αποστάσεις. Μπορεί να σηκωθούν ενθουσιασμένα για να δείξουν μια εργασία, να αγγίξουν τον δάσκαλο εντελώς αυθόρμητα, να σκοντάψουν, να πέσουν πάνω του, να τον πιάσουν από το χέρι ή από οποιοδήποτε σημείο χωρίς πρόθεση. Το άγγιγμα, για ένα παιδί αυτής της ηλικίας, δεν φέρει σκοπιμότητα, είναι απλώς μια γλώσσα έκφρασης.
Πολύ συχνά, μέσα από τέτοιες κινήσεις, το παιδί ζητάει προσοχή, επιβεβαίωση ή απλώς μια στιγμή σύνδεσης. Δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη ή κρυφό νόημα. Υπάρχει μόνο η ανάγκη να αισθανθεί ότι αυτό που έκανε έχει αξία και ότι ο ενήλικας που θαυμάζει το βλέπει, το αναγνωρίζει σαν ύπαρξη.
Βαθύτεροι λόγοι πίσω από την κίνηση του παιδιού
Μια αυθόρμητη κίνηση, όπως το άγγιγμα ενός παιδιού προς τη δασκάλα του, συχνά συνδέεται με κάτι πολύ πιο απλό και ανθρώπινο απ’ όσο φανταζόμαστε: την ανάγκη για στοργή, προσοχή ή συναισθηματική επιβεβαίωση. Κανείς δεν γνωρίζει τι συμβαίνει στο οικογενειακό του περιβάλλον, ποια είναι η σχέση του με τη μητέρα ή τον πατέρα του, πόσο ασφαλές νιώθει στο σπίτι ή αν βιώνει αβεβαιότητα, άγχος ή παραμέληση. Για πολλά παιδιά, ο εκπαιδευτικός λειτουργεί ως φιγούρα σταθερότητας και φροντίδας και αυτό όχι γιατί «αντικαθιστά» τον γονιό, αλλά γιατί μέσα στο σχολικό πλαίσιο προσφέρει αυτό που το παιδί έχει ανάγκη: προσοχή, ηρεμία, συνέπεια και αποδοχή.
Σε περιπτώσεις όπου ένα παιδί δεν νιώθει αρκετά ασφαλές ή συναισθηματικά γεμάτο στο σπίτι, μπορεί να στραφεί εντονότερα προς έναν δάσκαλο που το κάνει να αισθάνεται ότι το βλέπουν και το υπολογίζουν. Το άγγιγμα και η σωματική εγγύτητα δεν έχουν καμία σχέση με πρόθεση ή «ενήλικη» συμπεριφορά· είναι ένας τρόπος να αναζητήσει την αίσθηση ασφάλειας που ίσως του λείπει αλλού. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμο οι ενήλικες να βλέπουν αυτές τις κινήσεις μέσα από το παιδικό φίλτρο της ανάγκης για σύνδεση, όχι μέσα από το δικό τους πλαίσιο εμπειριών.
Γιατί ένας ενήλικας μπορεί να παρερμηνεύσει μια παιδική κίνηση
Οι μεγάλοι έχουν σεξουαλική εμπειρία, άρα ερμηνεύουν τον κόσμο μέσα από ένα φίλτρο που τα παιδιά δεν διαθέτουν. Όταν λοιπόν ένας ενήλικας αποδώσει σε μια παιδική πράξη σεξουαλικό περιεχόμενο, αυτή η ερμηνεία προέρχεται από τη δική του οπτική, από τους φόβους ή τις προκαταλήψεις του, και όχι από την πρόθεση του παιδιού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένας ενήλικας μπορεί να αντιδράσει υπερβολικά σε μια παιδική χειρονομία επειδή λειτουργούν ασυνείδητες μνήμες, φόβοι ή προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες. Όταν κάποιος έχει βιώσει στο παρελθόν καταστάσεις που τον έκαναν να αισθανθεί ευάλωτος, απειλημένος ή παραβιασμένος, μπορεί άθελά του να «μεταφέρει» αυτά τα συναισθήματα σε μια εντελώς άσχετη και αθώα στιγμή. Έτσι, μια κίνηση ενός 6χρονου παιδιού – που αναπτύσσεται ακόμη, κινείται αυθόρμητα και δεν έχει καμία σεξουαλική πρόθεση – μπορεί να πυροδοτήσει στον ενήλικα έναν παλιό φόβο ή μια μνήμη που δεν έχει ουσιαστική σχέση με το παιδί.
Για παράδειγμα, μπορεί η συγκεκριμένη δασκάλα που κατήγγειλε το 6χρονο παιδί να είδε στα μάτια αυτού του παιδιού τον «κακοποιητή» της και να ξύπνησαν μέσα της παρελθοντικές μνήμες που την οδήγησαν στο σημείο να παρερμηνεύσει αυτή τη συμπεριφορά του παιδιού. Ή μπορεί η ίδια σαν μικρό παιδί να είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση ή να είχε υπάρξει θύμα κακοποίησης (π.χ. από τους γονείς).
Σ’ αυτά τα φαινόμενα παίζει ρόλο και η στρεβλή εσωτερική αναπαράσταση του σώματος και της εγγύτητας, η οποία οδηγεί τον ενήλικα να βλέπει απειλή ή σεξουαλικό νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει. Αν κάποιος έχει συσχετίσει τη σωματική επαφή με απειλή, φόβο, έλεγχο ή παραβίαση, μπορεί να «διαβάζει» ακόμη και μια εντελώς αθώα κίνηση μέσα από αυτό το φίλτρο. Δεν βλέπει δηλαδή το παιδί, αλλά τους δικούς του φόβους. Με πολύ πιο απλά λόγια, ο ενήλικας δεν αντιδρά σε αυτό που συνέβη, αλλά σε αυτό που «νομίζει» ότι συνέβη, επειδή το μυαλό του έχει μάθει να συνδέει το άγγιγμα με κάτι αρνητικό ή απειλητικό.
Επίσης, σε τέτοιες στιγμές μπορεί να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της «προβολής», όπου στην ουσία ο ενήλικας αποδίδει στο παιδί ένα νόημα που στην πραγματικότητα προέρχεται από τον δικό του ψυχισμό, και όχι από την πρόθεση ή την κατανόηση του παιδιού.
Ο ενήλικας μπορεί να τρομάξει ή να παρεξηγήσει μια παιδική κίνηση, γιατί σήμερα υπάρχει πολύ μεγάλη ευαισθησία γύρω από ζητήματα προστασίας των παιδιών. Αυτή η ευαισθησία είναι σωστή, αλλά μερικές φορές κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν κάτι «ύποπτο» εκεί όπου στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο παιδική αθωότητα, ειδικά όταν δεν έχουν γνώση για το πώς σκέφτονται και συμπεριφέρονται τα μικρά παιδιά.
Μπορεί ένα παιδί 6 ετών να έχει σεξουαλικές ορμές με την έννοια των ενηλίκων;
Απολύτως όχι! Στην ηλικία των 6 ετών η σεξουαλικότητα είναι ακόμη άμορφη, αθώα και στενά συνδεδεμένη με την περιέργεια και την εξερεύνηση του σώματος. Τα παιδιά ενδιαφέρονται να καταλάβουν «τι είναι το σώμα», όχι να εκφράσουν ορμές, επιθυμίες ή σεξουαλικές προθέσεις. Κάθε κίνηση που μπορεί να μοιάζει «ακατάλληλη» έχει ψυχολογική βάση, όχι σεξουαλική. Προκύπτει από άγνοια ορίων, από παρορμητικότητα, από ενθουσιασμό ή από έλλειψη κατανόησης του προσωπικού χώρου.
Η παιδική σεξουαλικότητα δεν μοιάζει σε τίποτα με την ενήλικη. Δεν έχει επιθυμία, δεν έχει πρόθεση και δεν έχει αντικείμενο. Είναι μέρος της εξελικτικής πορείας και δεν πρέπει να συγχέεται με τη σεξουαλικότητα των ενηλίκων.
Η ευθύνη των ενηλίκων: ψυχραιμία, κατανόηση και γνώση
Το σημαντικότερο είναι να θυμόμαστε πως το παιδί δεν ξέρει, δεν καταλαβαίνει και δεν έχει καμία «πονηρή» πρόθεση πίσω από την κίνηση που κάνει. Όταν ένας ενήλικας ερμηνεύει μια παιδική κίνηση ως κάτι «περισσότερο», η ερμηνεία αυτή ανήκει αποκλειστικά στον ενήλικα. Η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών πρέπει να γίνεται με παιδαγωγική ευαισθησία, με ηρεμία και με επίγνωση του πώς λειτουργεί η παιδική ψυχολογία.
Πάνω από όλα, χρειάζεται να προστατεύσουμε τα παιδιά απο αδικαιολόγητες ερμηνείες που μπορεί να τα στιγματίσουν, να τα φοβίσουν ή να τα κάνουν να νιώσουν ότι έκαναν κάτι «κακό», σε μια ηλικία που δεν έχουν καμία δυνατότητα να το κατανοήσουν.