Όλοι μας, ανεξάρτητα από την ηλικία, κουβαλάμε μέσα μας έναν «μικρό μηχανισμό» που μας λέει αν ο κόσμος γύρω μας είναι ασφαλής ή όχι. Στην παιδική ηλικία, αυτός ο μηχανισμός ενεργοποιείται από τους γονείς μας. Όταν ένα παιδί νιώθει φόβο ή αβεβαιότητα, το πρώτο και πιο φυσικό καταφύγιο είναι οι γονείς.
Ένας γονιός που καθησυχάζει το παιδί, που του δίνει την αίσθηση ότι είναι ασφαλές, ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον κόσμο και ότι δεν είναι μόνο του, δημιουργεί ένα θεμέλιο που θα το συνοδεύει για όλη του τη ζωή.
Η τύχη της ασφάλειας – Τι σημαίνει να νιώθει ασφαλές ένα παιδί
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν όλα τα παιδιά την ίδια τύχη!
Κάποια μεγαλώνουν με γονείς που ακούνε, καταλαβαίνουν και καθησυχάζουν, ενώ αλλα μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου η ασφάλεια είναι εντελώς ανύπαρκτη. Όταν ένα παιδί δεν νιώθει ότι έχει ένα ασφαλές καταφύγιο, μεγαλώνει με έναν «αόρατο φόβο» μέσα του, που δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει.
Η ασφάλεια δεν είναι μόνο προστασία από σωματικούς κινδύνους, αλλά κυρίως συναισθηματική· να ξέρει το παιδί ότι οι γονείς αναγνωρίζουν την αγωνία του, ότι οι φόβοι του δεν είναι γελοίοι και ασήμαντοι, καθώς επίσης να του δίνουν τη σιγουριά ότι θα είναι εκεί για να το στηρίξουν ό,τι κι αν χρειαστεί.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα μέσα από τη ζωή – Πώς γεννιέται η ανασφάλεια σε ένα παιδί
Το παιδί που δεν πρέπει να φοβάται
Στην καθημερινή ζωή, η αίσθηση ασφάλειας ή ανασφάλειας δεν δημιουργείται από μεγάλα γεγονότα, αλλά από μικρές, επαναλαμβανόμενες στιγμές. Ένα παιδί μπορεί να νιώσει ανασφαλές όταν λέει «φοβάμαι» και ακούει τους γονείς αν του λένε: «μην κάνεις έτσι» ή «είσαι υπερβολικός», μαθαίνει σιγά σιγά ότι τα συναισθήματά του δεν έχουν χώρο να εκφραστούν. Δεν μαθαίνει πώς να ηρεμεί, αλλά πώς να κρύβει αυτό που νιώθει.
«Σ’ αγαπάω αλλά και δεν σε θέλω, άσε με στην ησυχία μου»
Άλλες φορές, η ανασφάλεια γεννιέται σε σπίτια όπου οι γονείς είναι απρόβλεπτοι. Όταν τη μια μέρα υπάρχει τρυφερότητα και την επόμενη ένταση, θυμός ή απόσταση χωρίς εξήγηση, το παιδί ζει σε διαρκή εγρήγορση. Δεν ξέρει τι να περιμένει και αναπτύσσει έναν εσωτερικό μηχανισμό ελέγχου, προσπαθώντας συνεχώς να «διαβάζει» τη διάθεση των άλλων για να προστατευτεί.
Ο πατέρας που υποτιμά τη μάνα μπροστά στο παιδί
Ένα παιδί νιώθει βαθιά ανασφάλεια όταν ακούει τον πατέρα του να απαξιώνει τη μητέρα με ειρωνεία, σχόλια ή αδιαφορία. Ο γονιός που υποτιμάται είναι συχνά το πρόσωπο που φροντίζει, προστατεύει και καθησυχάζει, με αποτέλεσμα το παιδί να νιώθει εκτεθειμένο.
Ακόμη κι αν η υποτίμηση δεν απευθύνεται άμεσα στο παιδί, το μήνυμα που περνά είναι ότι η αγάπη μπορεί να συνοδεύεται από ασέβεια, ότι η σχέση εξουσίας είναι ανισόρροπη, ότι κάποιος μπορεί να πληγώνει και να παραμένει «δυνατός». Πολλά παιδιά μεγαλώνουν μαθαίνοντας να σωπαίνουν, να παίρνουν ρόλο διαμεσολαβητή ή να νιώθουν ενοχή για τις εντάσεις που δεν τους ανήκουν. Ως ενήλικες, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε δυσκολία να διεκδικήσουν σεβασμό, σε ανοχή στην υποτίμηση ή σε φόβο σύγκρουσης μέσα στις σχέσεις τους.
Το παιδί που γίνεται γονιός των γονιών του
Κάποια παιδιά μεγαλώνουν αναγκασμένα να ωριμάσουν πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει. Είναι τα παιδιά που μαθαίνουν να προσέχουν τη διάθεση των γονιών τους, να μη στενοχωρούν, να μη «βαραίνουν» το σπίτι με τις ανάγκες τους. Γίνονται αυτά που παρηγορούν, που καταλαβαίνουν, που κρατούν ισορροπίες, ακόμη κι όταν είναι πολύ μικρά για να το κάνουν.
Όταν ένα παιδί παίρνει τον ρόλο του φροντιστή, μαθαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος για τη δική του αδυναμία. Δεν νιώθει οτι μπορεί να στηριχτεί, αλλά ότι πρέπει να στηρίζει τους άλλους. Έτσι, κρατά μέσα του τον φόβο, τη λύπη ή την κούραση, γιατί προτεραιότητα έχουν πάντα οι άλλοι.
Μεγαλώνοντας, αυτό το παιδί συχνά γίνεται ένας ενήλικας που αναλαμβάνει περισσότερα απ’ όσα του αναλογούν, δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια και νιώθει ενοχές όταν σκέφτεται τον εαυτό του. Έχει μάθει από νωρίς να είναι «δυνατός», χωρίς όμως να έχει μάθει πώς είναι να νιώθεις ασφαλής και να σε φροντίζουν.
Το παιδί που τα κρατάει όλα μέσα του
Ένα παιδί μπορεί επίσης να μεγαλώσει ανασφαλές όταν αναγκάζεται να «αντέχει» τα πάντα μόνο του. Όταν στενοχωριέται και ακούει ότι ο γονιός δεν έχει χρόνο, ότι πρέπει να τα καταφέρει μόνο του ή ότι γίνεται βάρος, το μήνυμα που λαμβάνει είναι ότι δεν υπάρχει ένα ασφαλές καταφύγιο για να μπορέσει να κρυφτεί. Έτσι, μαθαίνει να μην ζητά αυτό που έχει ανάγκη και καταλήφει να κουβαλά μόνο του ό,τι το βαραίνει.
Το «καλό παιδί» είναι πάντα υπάκουο και άριστο
Σε πολλές περιπτώσεις, η ασφάλεια συνδέεται με όρους. Το παιδί νιώθει αποδεκτό μόνο όταν είναι «καλό», ήσυχο, επιτυχημένο, με καλούς βαθμούς, χωρίς αντιδράσεις. Αν θυμώσει, αν στενοχωρηθεί, αν εκφράσει δυσαρέσκεια, φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη. Μεγαλώνοντας, αυτή η συνθήκη μεταφράζεται σε έναν ενήλικα που προσπαθεί συνεχώς να είναι αρεστός, αποφεύγει τις συγκρούσεις και βάζει τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές του.
Το θορυβώδες περιβάλλον από τις φωνές των γονιών
Ακόμη και η ένταση στο οικογενειακό περιβάλλον, όπως συχνοί καβγάδες, φωνές ή σιωπή, αρκεί για να δημιουργήσει ανασφάλεια, ακόμη κι αν το παιδί δεν είναι άμεσα ο αποδέκτης. Το σώμα του παιδιού αποθηκεύει το μήνυμα ότι ο κόσμος δεν είναι προβλέψιμος και ασφαλής. Ως ενήλικας, αυτό μπορεί να εμφανιστεί ως άγχος, δυσκολία χαλάρωσης ή ένα μόνιμο αίσθημα ότι «κάτι κακό θα συμβεί».
Οι συνέπειες στην ενήλικη ζωή
Όλα αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικες που συχνά δυσκολεύονται να εμπιστευτούν, κουράζονται από μικρές αποφάσεις, υπεραναλύουν τις αντιδράσεις των άλλων και νιώθουν ένα βάρος που δεν μπορούν πάντα να εξηγήσουν. Δεν είναι επειδή δεν ωρίμασαν, αλλά επειδή δεν ένιωσαν ποτέ πραγματικά ασφαλή.
Στην ουσία, το παιδί που δεν βίωσε ασφάλεια μπορεί να μεγαλώσει με ένα «βάρος» που το ακολουθεί σε κάθε σχέση, σε κάθε νέα εμπειρία, ακόμη και όταν φαίνεται ότι όλα είναι καλά γύρω του.
Πώς μπορούμε να το διορθώσουμε ως ενήλικες
Το καλό νέο είναι ότι ποτέ δεν είναι αργά! Οι ενήλικες μπορούν να ξαναχτίσουν μέσα τους αυτό το αίσθημα ασφάλειας μέσα από σχέσεις που εμπνέουν εμπιστοσύνη και σιγουριά, με την κατανόηση των συναισθημάτων τους, χωρίς αυτοκριτική ή ντροπή, αλλά και με ψυχοθεραπεία ή καθοδήγηση, αν νιώθουν ότι οι φόβοι τους κυριαρχούν στη ζωή τους.
Η ζωή είναι γεμάτη προκλήσεις, όμως η αίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούμε μέσα μας, μας δίνει τη δύναμη να τις αντιμετωπίζουμε. Το παιδί που κουβαλάμε μέσα μας χρειάζεται να ξέρει ότι είναι ασφαλές και ως ενήλικες μπορούμε να του προσφέρουμε αυτό που ίσως κάποτε στερήθηκε· ένα εσωτερικό καταφύγιο όπου οι φόβοι δεν αγνοούνται, ούτε κυριαρχούν, αλλά αναγνωρίζονται, ώστε η ζωή να μπορεί να βιώνεται με περισσότερη ηρεμία και εμπιστοσύνη.
Μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας: «Μην ανησυχείς, όλα καλά θα πάνε».