Με αφορμή τη σημερινή σοκαριστική είδηση από τη Λέρο, όπου ένας 18χρονος σκότωσε τον 50χρονο πατέρα του έπειτα από έντονο διαπληκτισμό στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούσαν, η κοινή γνώμη έρχεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που ξεπερνά τα στενά όρια του αστυνομικού ρεπορτάζ και αγγίζει βαθιά κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τη διάρκεια του καβγά ο νεαρός φέρεται να πέταξε ένα βαρύ αντικείμενο προς τον πατέρα του, τραυματίζοντάς τον στο κεφάλι, με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριξε πως δεν είχε πρόθεση να τον σκοτώσει.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς έχουν γίνει γνωστές παλαιότερες καταγγελίες για περιστατικά βίας μέσα στη συγκεκριμένη οικογένεια, με αναφορές που είχαν φτάσει μέχρι και στο Το Χαμόγελο του Παιδιού, γεγονός που δημιουργεί ένα ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να εξετάσουμε όχι μόνο τι συνέβη εκείνο το απόγευμα, αλλά και τι ενδεχομένως προηγήθηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Όταν η βία μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον «κανονικοποιείται»
Κατά την ψυχολογική ανάπτυξη ενός παιδιού, ο πατέρας – όπως και η μητέρα – δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο εξουσίας, αλλά ένα βασικό σημείο αναφοράς που καθορίζει την αίσθηση ασφάλειας, τα όρια, την αυτοεκτίμηση και την εικόνα που σχηματίζει το παιδί για τον εαυτό του και τον κόσμο. Γι’ αυτό και όταν αυτό το πρόσωπο μετατρέπεται σε πηγή απειλής ή βίας, η σύγχυση που δημιουργείται δεν είναι μόνο συναισθηματική αλλά υπαρξιακή.
Ένα παιδί που φοβάται τον γονιό του βιώνει μια εσωτερική διάσπαση, καθώς από τη μια πλευρά τον χρειάζεται για να επιβιώσει και να νιώσει ότι ανήκει κάπου, και από την άλλη τον τρέμει, με αποτέλεσμα να αναπτύσσει μηχανισμούς άμυνας που συχνά περιλαμβάνουν την καταπίεση του θυμού, την αποσιώπηση του πόνου και τη σιωπηλή προσαρμογή σε μια σκληρή καθημερινότητα.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δεν εξαφανίζεται· απλώς μεταφέρεται στο ασυνείδητο και συνεχίζει να επηρεάζει τη συμπεριφορά αυτού του παιδιού.
Ο καταπιεσμένος θυμός και η συσσώρευση της οργής
Όταν ένα παιδί δεν έχει το δικαίωμα ή τη δυνατότητα να εκφράσει τον θυμό του απέναντι στον γονιό που το πληγώνει, ο θυμός δεν παύει να υπάρχει αλλά μετατρέπεται σε ένα εσωτερικό φορτίο που συσσωρεύεται χρόνο με τον χρόνο, δημιουργώντας ένα υπόστρωμα έντασης το οποίο μπορεί να παραμένει αόρατο για τους γύρω, αλλά είναι διαρκώς ενεργό μέσα στο ίδιο το άτομο.
Καθώς το παιδί μπαίνει στην εφηβεία, μια περίοδο που από τη φύση της χαρακτηρίζεται από έντονα συναισθήματα, ανάγκη για ανεξαρτησία και διαμόρφωση ταυτότητας, η συσσωρευμένη αυτή οργή μπορεί να ενισχυθεί, ιδιαίτερα αν συνεχίζονται οι συγκρούσεις ή η αίσθηση αδικίας, με αποτέλεσμα μια φαινομενικά «ξαφνική» έκρηξη να αποτελεί στην πραγματικότητα την κορύφωση μιας μακράς εσωτερικής διαδρομής.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο καβγάς που προηγείται μιας τραγικής πράξης δεν είναι η αιτία, αλλά η αφορμή.
Η στιγμή της απορρύθμισης
Όπως είπαμε, ο νεαρός φέρεται να πέταξε ένα αντικείμενο στο κεφάλι του πατέρα του κατά τη διάρκεια του έντονου διαπληκτισμού που είχαν, υποστηρίζοντας, όμως, ότι δεν είχε πρόθεση να τον σκοτώσει· στοιχείο που, ανεξάρτητα από τη νομική αξιολόγηση, ανοίγει ένα ψυχολογικό ερώτημα γύρω από τη λεγόμενη «στιγμή απορρύθμισης».
Η απορρύθμιση περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία το άτομο χάνει την ικανότητα να διαχειριστεί τα συναισθήματά του με ψυχραιμία, καθώς το νευρικό του σύστημα ενεργοποιείται σαν να βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, οδηγώντας σε παρορμητικές αντιδράσεις που υπό άλλες συνθήκες ίσως δεν θα συνέβαιναν, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό τραύματος που έχει «εκπαιδεύσει» τον οργανισμό να αντιδρά έντονα σε κάθε απειλή.
Όταν ο εγκέφαλος λειτουργεί σε καθεστώς επιβίωσης, η λογική σκέψη υποχωρεί και κυριαρχεί η άμεση αντίδραση.
Ο κύκλος της βίας και η κοινωνική ευθύνη
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει επίσης ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, καθώς όταν υπάρχουν ενδείξεις κακοποίησης και παρεμβάσεις που δεν καταφέρνουν να διακόψουν οριστικά τον κύκλο της βίας, το παιδί παραμένει εκτεθειμένο σε ένα περιβάλλον που διαμορφώνει βαθιά την ψυχική του δομή, αυξάνοντας τον κίνδυνο είτε να στραφεί εναντίον του εαυτού του είτε να αντιδράσει με ακραίο τρόπο. Ή θα στρέψει τον θυμό εναντίον του, ή θα κάνει κακό στους άλλους.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι απλά μια «οικογενειακή υπόθεση» πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά ένα τραύμα που διαπερνά ολόκληρη την κοινότητα, γιατι κάθε παιδί που μεγαλώνει μέσα στον φόβο κουβαλά αυτό το βίωμα και στην ενήλικη ζωή του, επηρεάζοντας τις σχέσεις, την αυτοεικόνα και την ικανότητά του να διαχειρίζεται συγκρούσεις.
Από την κατανόηση στην πρόληψη
Τίποτα δεν μπορεί να αναιρέσει την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής και τίποτα δεν μπορεί να απλοποιήσει μια τόσο δραματική εξέλιξη σε έναν εύκολο τίτλο ή σε μια μονοδιάστατη ερμηνεία, όμως η ψυχολογική κατανόηση μας βοηθά να δούμε ότι πίσω από μια πράξη ακραίας βίας μπορεί να κρύβεται μια μακρά ιστορία φόβου και τραυματικής εμπειρίας που δεν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως.
Η πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας, η έγκαιρη στήριξη των παιδιών που καταγγέλλουν κακοποίηση και η συστηματική ψυχολογική παρέμβαση δεν είναι απλώς κοινωνικές πολιτικές, αλλά πράξεις προστασίας που μπορούν να αποτρέψουν μελλοντικές τραγωδίες.
Όταν ένα παιδί μαθαίνει από νωρίς ότι ο πόνος του ακούγεται και ο θυμός του μπορεί να εκφραστεί με ασφάλεια, τότε μειώνεται δραστικά η πιθανότητα ο θυμός αυτός να μετατραπεί, κάποτε, σε καταστροφική έκρηξη, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση.