Ποινή φυλάκισης τριών ετών, με τριετή αναστολή, επέβαλε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης σε χειρουργό γιατρό, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για βαριά σωματική βλάβη με ενδεχόμενο δόλο, σε βαθμό πλημμελήματος, επειδή προχώρησε σε προληπτική διπλή μαστεκτομή ασθενούς χωρίς να έχει διαπιστωθεί γενετική προδιάθεση για καρκίνο.
Το δικαστήριο μετέτρεψε την αρχική κατηγορία της κακουργηματικής βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, ενώ αναγνώρισε στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και της ειλικρινούς μεταμέλειας. Σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη πέντε ετών.
Πώς ξεκίνησε η υπόθεση
Η υπόθεση αφορά γεγονότα του 2018 σε πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας. Η σημερινή 60χρονη γυναίκα, έχοντας οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, υποβαλλόταν συστηματικά σε προληπτικές εξετάσεις.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, κατά τη διάρκεια ελέγχου εντοπίστηκαν ασβεστώσεις στο στήθος της και ο γιατρός της συνέστησε να υποβληθεί σε γονιδιακό έλεγχο για πιθανή κληρονομική προδιάθεση στον καρκίνο.
Η επέμβαση και οι καταγγελίες
Η γυναίκα υποστήριξε ότι ενημερώθηκε από τον γιατρό πως τα αποτελέσματα του γονιδιακού ελέγχου ήταν θετικά. Με βάση αυτή την ενημέρωση, προχώρησε άμεσα σε προληπτική διπλή μαστεκτομή, χωρίς να ζητήσει να δει η ίδια τα αποτελέσματα, καθώς – όπως ανέφερε – του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις.
Μετά την επέμβαση, όμως, αντιμετώπισε σοβαρές επιπλοκές, οι οποίες οδήγησαν ακόμη και στην αφαίρεση των ενθεμάτων, ενώ χρειάστηκε να υποβληθεί σε επιπλέον ιατρικές παρεμβάσεις και να περάσει μια μακρά περίοδο αποκατάστασης.
Τι αποκάλυψε η επικοινωνία με το Ερευνητικό Κέντρο
Όπως κατήγγειλε, στη συνέχεια απευθύνθηκε στο αρμόδιο Ερευνητικό Κέντρο για να ενημερωθεί σχετικά με τον γονιδιακό έλεγχο. Εκεί πληροφορήθηκε ότι η συγκεκριμένη εξέταση δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, παρότι η ίδια είχε καταβάλει στον γιατρό το ποσό των 800 ευρώ για τη διενέργειά της.
Όταν τελικά υποβλήθηκε στον έλεγχο, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.
«Το είχα πάρει απόφαση πως εάν ήταν θετικός ο γονιδιακός έλεγχος θα έκανα τη μαστεκτομή», κατέθεσε στο δικαστήριο, τονίζοντας ότι αν γνώριζε την πραγματική εικόνα δεν θα προχωρούσε σε αυτή τη «μη αναστρέψιμη επέμβαση, που συνιστά ακρωτηριαστική πράξη».
Η ίδια περιέγραψε τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε η υπόθεση τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική της υγεία.
Η θέση του γιατρού
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όσα του αποδίδονται και υποστήριξε οτι η απόφαση για τη μαστεκτομή ήταν ιατρικά σωστή και λήφθηκε από κοινού με την ασθενή.
Όπως ανέφερε, το οικογενειακό ιστορικό της γυναίκας, η ηλικία της και οι ασβεστώσεις ήταν οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην απόφαση για την επέμβαση.
«Έπαιξε ρόλο και το αισθητικό κομμάτι», δήλωσε, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς που αφορούν τον γονιδιακό έλεγχο και το Ερευνητικό Κέντρο.
«Οι περισσότεροι συνάδελφοι θα ενεργούσαν με τον ίδιο τρόπο», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι οι ιατρικές του ενέργειες ήταν ορθές και σημειώνοντας πως η υπόθεση τον έχει επηρεάσει σημαντικά σε ψυχολογικό επίπεδο.
Δικαίωση και στα αστικά δικαστήρια
Παράλληλα με την ποινική διαδικασία, η 60χρονη προσέφυγε και στα αστικά δικαστήρια, τα οποία την δικαίωσαν, επιδικάζοντάς της χρηματική αποζημίωση για την υπόθεση.