Μήπως ζούμε σε ένα παρελθόν που δεν υπάρχει και σε ένα μέλλον που δεν έχει έρθει; – Η συνήθεια που μας γεμίζει άγχος και μας στερεί τη χαρά

woman-anxiety-unsplash

Ο χρόνος είναι ένα παράδοξο, που εκτείνεται ανάμεσα σε ένα «παρελθόν» και σε ένα «μέλλον» που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα παρά μόνο στο μυαλό μας. Η ιδέα του χρόνου είναι μια σύμβαση της σκέψης και της γλώσσας, μια κοινωνική συναίνεση. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αλήθεια: Έχουμε στη διάθεσή μας μόνο αυτή τη στιγμή.


Είναι δυνατόν να ζήσεις ευτυχισμένος για πάντα, μόνο όταν βασίζεσαι στη στιγμή.

Margaret Bonnano

Η επιστροφή στην καλύβα

Η κατάβασή μας από το βουνό ήταν πιο γρήγορη από την ανάβαση, αλλά εγώ ήμουν τόσο χαμένος στις σκέψεις μου ώστε ούτε που το πρόσεξα. Πού πηγαίνουμε; Τι πρόκειται να κάνουμε στη συνέχεια; Θα είμαι ικανός να θυμάμαι αυτά που μου έχει πει; Πότε θα επιστρέψω στο σπίτι; Θα την ξαναδώ αύριο;

Σαν να απαντούσε στις σκέψεις μου, είπε, «Φαίνεσαι προβληματισμένος. Γι’ αυτό ίσως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να σου περιγράψω το Νόμο της Παρουσίας. Ναι», συλλογίστηκε μονολογώντας, «τώρα είναι πάντοτε η κατάλληλη στιγμή». Η σοφή γυναίκα έδειξε πάνω από τους λόφους αλλιώς να διατυπωθεί και έπειτα είπε, «Βλέπεις πώς ο ήλιος φωτίζει εκείνη την έκταση των ασφοδέλων εκεί πέρα, σε αντίθεση με το σμαραγδένιο πράσινο; Για μένα, αυτό είναι τόσο όμορφο σαν κάθε έργο τέχνης που βρίσκεται σε οποιοδήποτε μουσείο του κόσμου». Συνεχίσαμε να περπατάμε σιωπηλοί καθώς τα χρώματα γλιστρούσαν ανάλαφρα μέσα στο λυκόφως.

Λίγα λεπτά αργότερα, παρακάμπτοντας την κυκλική διάταξη των οικείων βράχων που σχημάτιζαν ένα τείχος, φτάσαμε στην καλύβα της. Η σοφή γυναίκα άνοιξε την αχυροσκέπαστη πόρτα και για άλλη μια φορά με προσκάλεσε να μπω. Άναψε γρήγορα τη φωτιά και τα ξύλα άρχισαν να τρίζουν. Έπειτα σηκώθηκε δικαιολογώντας τον εαυτό της πως θέλει να βγει έξω. Υπέθεσα ότι ήθελε να πάει για κάποια βασική της ανάγκη όπως είχα κάνει και εγώ νωρίτερα.

Καθώς τα λεπτά κυλούσαν και εκείνη δεν ξαναεμφανίστηκε, άρχισα να κάνω νευρικές κινήσεις, ανησυχώντας για το πότε θα ξαναγύριζε και για το πώς θα έβρισκα το δρόμο να επιστρέψω σπίτι μου μέσα στη νύχτα – αν, τελικά, επέστρεφα στο σπίτι μου απόψε. Πάντα υπέθετα ότι θα μπορούσα να κοιμηθώ στα βουνά· έκανε ψύχρα αλλά όχι κρύο, και η οικογένειά μου θα απουσίαζε μέχρι τη Δευτέρα το απόγευμα, δηλαδή άλλες δύο μέρες.

Μια παράδοξη συνάντηση

Αυτό που συνέβη στη συνέχεια ήταν τόσο παράδοξο που άρχισα να αμφιβάλλω για τις αισθήσεις μου. Αντί για τη σοφή γυναίκα, μια μεγάλη γάτα μπήκε από την πόρτα της καλύβας. Περπατούσε με άνεση, σαν να ήξερε ακριβώς πού πήγαινε. Είχε ένα σκοτεινό γυαλιστερό τρίχωμα και κατά ένα μέρος φαινόταν να είναι γάτα, μάλλον, Σιάμ, ενώ κατά ένα άλλο μέρος έμοιαζε… με τη σοφή γυναίκα. Το λέω αυτό γιατί το επόμενο πράγμα που γνωρίζω είναι ότι μου μίλησε – όχι με το στόμα, αλλά με το νου. Η φωνή της έμοιαζε με αυτή της σοφής γυναίκας, μόνο που ήταν πιο χαμηλή. Κάθισε, ορθώνοντας τον κορμό της όπως κάνουν συνήθως οι γάτες, με κοίταξε ευθέως και μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Έχεις ποτέ αναλογιστεί ότι ο Χρόνος είναι ένα παράδοξο;», με ρώτησε και έγλυψε με χάρη το τρίχωμα πάνω στον ώμο της.


Νιώθοντας πολύ παράξενα, απάντησα δυνατά. «Δεν μπορώ να πω ότι το έχω κάνει. Τουλάχιστον όχι από τότε που διάβασα το τελευταίο μυθιστόρημα για ταξίδια στο χρόνο».

Η φωνή της ξανά αντήχησε μέσα στα αυτιά μου ή καλύτερα στο νου μου. «Ο χρόνος κινείται ανάμεσα σε ένα παρελθόν και ένα μέλλον που δεν έχουν αντικειμενική πραγματικότητα. Ο χρόνος είναι μια συμβατικότητα της σκέψης και της γλώσσας, μια κοινωνική συναίνεση».

«Με άλλα λόγια, ο χρόνος υπάρχει επειδή εμείς λέμε ότι υπάρχει;».

«Ακριβώς», ψιθύρισε. «Ο χρόνος μοιάζει σαν μια ταινία της ζωής σου, αποτελούμενη από ξεχωριστές σκηνές που περνούν μπροστά από έναν φακό. Κάθε σκηνή απεικονίζει την ύπαρξή σου σε κάποια στιγμή του παρόντος, αλλά οι σκηνές εμφανίζονται κινούμενες. Μπορείς να προβάλλεις το νου σου σε αυτό που αποκαλείς παρελθόν ή σε ό,τι αποκαλείς μέλλον, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις παρά μόνο στο παρόν. Εγώ και το είδος μου είμαστε δάσκαλοι του παρόντος». Τεντώθηκε, αναδιπλώθηκε με χάρη και έμεινε να κοιτάζει το τρίχωμά της.

Τα μαθήματα της γάτας

Συλλογίστηκα όσα μου είχε πει. Πάντα μου άρεσαν οι γάτες, παρόλο που έχουν έναν αέρα απόμακρης ανωτερότητας. Και όσο τρελό και αν φαινόταν να μαθαίνω το Νόμο της Παρουσίας από μια γάτα, άλλο τόσο αισθανόμουν ότι ήταν ο καταλληλότερος τρόπος. Καμία από τις γάτες που ξέρω δεν ασχολήθηκε ποτέ με το παρελθόν ή το μέλλον. Σαν τον συνετότερο των σοφών, οι γάτες ζουν την κάθε στιγμή σαν καινούρια.

Η γάτα με κοίταξε με απόλυτη προσοχή. «Εγώ και το είδος μου έχουμε παρουσία επειδή ζούμε ολοκληρωτικά στο παρόν. Εδώ και τώρα. Μπορείς να πεις το ίδιο και για τον εαυτό σου;».

«Για μένα;… Ναι. Ε… Ναι μερικές φορές νιώθω ότι είμαι στο παρόν. Αυτό είναι…». Από τη στιγμή που άρχισα να ψελλίζω, στράφηκε σε άλλα πιο σημαντικά πράγματα, όπως το να παρατηρεί μια πεταλούδα που πετούσε γύρω από το φως της φωτιάς.

Και σαν να μην είχα πει τίποτα άξιο ώστε να σχολιαστεί, συνέχισε. «Ό,τι έκανες σήμερα το πρωί, χθες, ή πέρυσι έχει τώρα εξαφανιστεί και υπάρχει μόνο στο μυαλό σου. Ό,τι είναι να έρθει είναι μόνο ένα όνειρο. Δεν έχουμε παρά μονάχα αυτή τη στιγμή, βλέπεις».

«Το βλέπω!», είπα, χωρίς να είμαι καθόλου σίγουρος για το τι έβλεπα.

«Δεν με ξεγελάς. Έχεις αντιληφθεί ότι η αίσθησή σου για το χρόνο που κυλά δεν είναι τίποτα άλλο από μια σειρά από εντυπώσεις και μνήμες που συμβαίνουν στο παρόν; Οι λύπες του παρελθόντος είναι παροντικές εντυπώσεις που συμβαίνουν τώρα. Οι ανησυχίες για το μέλλον ζωντανεύουν μονάχα στο μυαλό σου αυτή τη στιγμή, σαν εικόνες, ήχοι και αισθήματα. Με άλλα λόγια, το παρελθόν και το μέλλον διαδραματίζονται τώρα, καθώς εσύ τα δημιουργείς».

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να στηριχτώ κάπου, είπα, «Αν αυτός είναι ο Νόμος της Παρουσίας, μου φαίνεται κάπως αφηρημένος».

«Ο χρόνος είναι η αφαίρεση», αποκρίθηκε. «Ωστόσο, μπορείς να εφαρμόσεις το Νόμο της Παρουσίας με πολύ πρακτικούς τρόπους για να εξαφανίσεις τις λύπες, τις ανησυχίες, ή τη σύγχυση. Η ικανότητα να εστιάζεις την προσοχή σου ξανά στην παρούσα στιγμή, αναπτύσσεται με την εξάσκηση. Κάποια μέρα, ίσως μπορέσεις να το κάνεις τόσο φυσικά όσο εγώ».

Η ψευδαίσθηση του χρόνου

Περισσότερο για αντιπερισπασμό, αφέθηκα στις σκέψεις μου. Αυτή η γάτα κατέχει το θέμα της. Και είναι ξεκάθαρο ότι εφαρμόζει όλα όσα μου διδάσκει. Έπειτα ο νους μου παρασύρθηκε για λίγο και κοίταξα προς την πόρτα. Πού ήταν η σοφή γυναίκα; Έπρεπε να είχε γυρίσει εδώ και πολλή ώρα.

«Έι!», άκουσα τη γάτα να με ξαναφέρνει πίσω στο παρόν. «Μπορείς να καταλάβεις πώς ο Νόμος της Παρουσίας μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου για πάντα; “Για πάντα”, φυσικά, σημαίνει τώρα».

«Γνωρίζω ήδη την αξία τού να ζεις στο παρόν», ανταπάντησα προσπαθώντας να περισώσω λίγη από την αξιοπρέπειά μου.

«Το να γνωρίζεις και το να πράττεις δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο πράγμα, ειδικά στην περίπτωσή σου», είπε χουρχουρίζοντας και κοιτώντας με εξαιρετικά ευχαριστημένη με τον εαυτό της. «Όποτε έχεις κάποιο πρόβλημα, αυτό εμπεριέχει κάτι από το παρελθόν ή το μέλλον. Διατηρείς τα προβλήματά σου ζωντανά στο παρόν δίνοντάς τους την προσοχή και την ενέργειά σου, αφήνοντάς τα να ζουν ελεύθερα μέσα στο μυαλό σου. Η ζωή είναι τόσο μικρή», είπε με έναν τελεσίδικο τόνο.

«Ωραία, σας ευχαριστώ, Μεγαλειοτάτη», είπα. «Τελειώσατε;».

«Όχι, καθόλου. Ούτε θα τελειώσω μέχρι να καταλάβεις πραγματικά ότι το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι τίποτα άλλο από μια κακή συνήθεια του μυαλού – του δικού σου μυαλού. Οι ενασχολήσεις με το παρελθόν ή το μέλλον είναι σαν τις παραισθήσεις ενός τρελού που ακούει φωνές ή βλέπει μορφές που είναι μόνο πλάσματα της φαντασίας του· οι παρόντες φυσικά εξαιρούνται».

Ακούγοντας κάτι τέτοιο από μια ομιλούσα γάτα, έκανε την ειρωνεία ακόμα μεγαλύτερη.

«Αλλά», συνέχισε, «παρατηρώντας τι κάνεις, όλο και περισσότερο, μπορείς να ξεπεράσεις αυτή τη συνήθεια όπως ίσως και κάθε άλλη, όταν θυμάσαι και εφαρμόζεις το Νόμο της Παρουσίας». Σταμάτησε για να γλείψει το τρίχωμά της και έπειτα έστρεψε πάνω μου την αδιάσειστη προσοχή της. «Ειλικρινά ελπίζω να εκτιμήσεις το Νόμο της Παρουσίας και το χρόνο που αφιέρωσα για να σου τον εξηγήσω». Και χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, συνέχισε, «Η παρουσία είναι σαν μια μηχανή του χρόνου που φωτίζει το νου, σε ελευθερώνει από την ανησυχία και γεννά έναν νέο τρόπο ζωής. Με άλλα λόγια, γίνεσαι κάπως σαν εμένα».

«Δεν βλέπω την ώρα», είπα και έβαλα τα γέλια.

Η ουσία της ύπαρξης

«Όπως σου είπα, προκειμένου να έχεις παρουσία, θα πρέπει να είσαι παρών και να θυμάσαι πού και πότε είσαι· τότε μόνο θα γνωρίσεις ποιος είσαι. Η παρουσία διδάσκει ότι αυτό που κάνεις σήμερα είναι σημαντικό, επειδή του αφιερώνεις μια μέρα από τη ζωή σου. Έτσι, άφησε αυτόν το νόμο να καθαρίσει το μυαλό σου απ’ όλα τα άχρηστα συντρίμμια και επέστρεψε σε μια κατάσταση διαφάνειας, απλότητας και εσωτερικής γαλήνης».

«Όπως εσύ», είπα για να την προλάβω.

«Χαίρομαι που το πρόσεξες», είπε χουρχουρίζοντας. «Και να θυμάσαι ότι δεν έχει σημασία πόσο πραγματικές ή πιεστικές μπορεί να είναι οι σκέψεις σου, αφού πάντοτε μπορείς να επικαλεστείς το Νόμο της Παρουσίας, υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μόνο το παρόν υπάρχει, ότι μόνο το παρόν είναι αληθινό. Όταν το κάνεις αυτό σαν μια πράξη σεβασμού, θεωρώντας την κάθε στιγμή ιερή, υποκλίνεσαι σε αυτό το ατάραχο εγώ μέσα σου που κατέχει τις ιδιότητες της γάτας και όλα είναι μια χαρά».

«Ώστε τόσο εύκολο είναι να γίνεις σαν τη γάτα;».

«Μπορεί να χρειαστεί κανείς να τεντωθεί αρκετά, όπως στην περίπτωσή σου», είπε τεντώνοντας σαν τόξο τη ράχη της, χασμουρήθηκε περπατώντας γύρω από τη φωτιά και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Αγκάλιασε αυτή τη στιγμή, βάλε το ένα πόδι σου μπροστά από το άλλο και διαχειρίσου αυτό που βρίσκεται μπροστά σου. Γιατί δεν έχει σημασία πού μπορεί να περιφέρεται το μυαλό σου, αφού το σώμα σου παραμένει πάντοτε εδώ και τώρα. Όταν βιάζεσαι, βασίσου στο παρόν. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και επίστρεψε στο εδώ και τώρα». Η γάτα για μια φορά τεντώθηκε με χαρακτηριστική άνεση και, χωρίς άλλη λέξη, βγήκε έξω από την καλύβα.

Η επιστροφή της σοφής γυναίκας

Σχεδόν αμέσως μόλις έφυγε η γάτα, η σοφή γυναίκα επανεμφανίστηκε και κάθισε χωρίς να δώσει καμία εξήγηση. «Πού μείναμε;», είπε. «Α, ναι, συζητούσαμε για το Νόμο της Παρουσίας».

«Νομίζω ότι καλύφθηκε αρκετά καλά», είπα και κρίνοντας από τα μάτια της μου φάνηκε ότι το διασκέδαζε.

«Μα πού ήσουν;», τη ρώτησα.

«Α, έξω, απολαμβάνοντας τον αέρα της νύχτας – είχα καθίσει ακουμπώντας την πλάτη μου στο πίσω μέρος της καλύβας, πίσω σου».

«Μα… μια στιγμή, δεν ήσουν…». Δεν άντεξα να τελειώσω τη φράση μου. Έμεινα να παρατηρώ τη σοφή γυναίκα, καθώς κρεμούσε μια μικρή τσαγιέρα σε μια πράσινη ράβδο πάνω από τη φωτιά και έριξε μέσα λίγα φύλλα τσαγιού. Όλες της οι κινήσεις συνοδεύονταν από μια εξαιρετική παρουσία. Αναρωτιόμουν αν θα συνεχίζαμε να μιλάμε μέσα στη νύχτα, αλλά μετά άφησα τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους και απόλαυσα τη στιγμή – και το τσάι, που όπως αποδείχθηκε ήταν υπέροχο.

Πηγή: Οι Δώδεκα Νόμοι του Πνεύματος – DAN MILLMAN, εκδόσεις Έσοπτρον

Σχετικά άρθρα