«Αν το τραύμα δεν θεραπευτεί νωρίς, μπορεί να ξεπεραστεί στην ενήλικη ζωή;» – Τι απαντάει ο παιδοψυχίατρος – ψυχαναλυτής Θανάσης Χατζόπουλος

woman-standing-in-front-of-a-window-unsplash

«Αν η πρώτη σχέση του παιδιού με τη μητέρα διαταραχθεί λόγω κάποιου προβλήματος που θα δημιουργήσει ρήξη ανάμεσά τους, τότε αν αυτό δεν μπορέσει να διορθωθεί εγκαίρως, θα ακολουθεί το άτομο αυτό σε όλη του τη ζωή είτε στις επαγγελματικές, είτε στις διαπροσωπικές, είτε στις προσωπικές του σχέσεις; Δηλαδή, αν δεν μπορέσει αυτό το πρόβλημα να λυθεί πολύ νωρίς, από μικρή ηλικία, αλλά αν σαν ενήλικας κάνει την προσπάθεια επειδή αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένα θέμα, πώς θα νιώσει ότι αυτό έχει λυθεί, ότι το έχει τακτοποιήσει και ότι μπορεί να πάει παρακάτω; Υπάρχουν ζητήματα – κατ’ εξαίρεση – (όπως σεξουαλική κακοποίηση) που όση προσπάθεια κι αν κάνει κάποιος δεν θα μπορέσει να λύσει το τραύμα του;»


Τι απαντάει ο παιδοψυχίατρος – ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Θανάσης Χατζόπουλος:

«Αυτό είναι κάτι που ο καθένας θα έπρεπε να το πει από μόνος του για τον εαυτό του. Δεν υπάρχει μια εξέταση που θα πει ότι “τα λευκά αιμοσφαίριά σας είναι σε σωστό αριθμό, οπότε τώρα τελειώσαμε…”

Εκεί έχει να κάνει με την αίσθηση του εαυτού που έχει ο καθένας – την αυτοσυνείδηση – ότι αυτό τουλάχιστον για την ώρα μπήκε στη θέση του, λύθηκε. Μπορεί κάποια στιγμή αργότερα υπό άλλες συνθήκες κάτι από αυτό να επανέλθει. Δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Εξαρτάται, βέβαια, πάντα από τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα του προβλήματος ή του τραύματος που έχει υπάρξει.

Για το αν μπορεί ή δεν μπορεί να θεραπεύσει το τραύμα του κάποιος, εγώ θα έλεγα ότι μπορεί και ότι χρειάζεται να επιμείνει. Επίσης, δικαιούται να επιμείνει κανείς και αν κάτι προχωράει σε μια θεραπεία αυτό κανονικά θα πρέπει να βρει μια λύση. Εάν δεν βρίσκει λύση, μπορεί να μην πηγαίνει κάτι καλά στην ίδια την θεραπεία. Εννοώ δηλαδή στην συνάντηση με τον συγκεκριμένο θεραπευτή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο θεραπευτής αυτός δεν κάνει καλά τη δουλειά του.

Σε αυτή τη δουλειά έχει μεγάλη σημασία και το ταίριασμα. Δηλαδή το πώς θα ανταποκριθεί κάθε ειδικός στον κάθε ασθενή ή ο κάθε ασθενής στον ειδικό που θα συναντήσει. Κατά τη γνώμη μου ανάμεσα σε έναν ψυχαναλυτή και σε έναν ψυχοθεραπευτή, η διαφορά δεν είναι μεγάλη, είναι σχεδόν μηδενική, εφόσον πάντα μιλάμε για ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Γιατί σήμερα κυκλοφορούν πάρα πολλές ψυχοθεραπείες, αλλά δεν είναι όλες ψυχαναλυτικές. Από τη στιγμή που ο θεραπευτής είναι ψυχαναλυτής, δηλαδή έχει κάνει ο ίδιος μια πολύ μακρά και βαθιά ανάλυση πολλών χρόνων που πολλές φορές φτάνουν τα 20 χρόνια και περισσότερα, ώστε να μπορεί να πάρει αυτή τη θέση ως θεραπευτής για άλλους ανθρώπους.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι πάντα ανοιχτά. Είναι αυτό που μπορεί κάποιος να συναντήσει έναν γιατρό και κάτι να μην πάει καλά, ενώ το ίδιο πράγμα με έναν άλλο γιατρό να πάει πολύ καλά. Ωστόσο, πέραν των εξαιρέσεων που βάλατε, η γνώμη μου είναι ότι τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν, να θεραπευτούν, γιατί αν δεν είχα αυτή την πίστη, δεν θα έκανα και αυτή τη δουλειά.»


Σχετικά άρθρα