«Είμαι 35 και τσακώνομαι συνέχεια με τη μητέρα μου…Ξεκίνησα ψυχοθεραπεία επειδή μου το ζήτησε η ίδια, αλλά αυτή δεν θέλει να κάνει. Έχει νόημα να συνεχίσω μόνο εγώ;»

woman-unsplash

«Είμαι 35 ετών και τσακώνομαι κάθε μέρα με τη μάνα μου (60 ετών). Επειδή υπάρχουν διαρκώς εντάσεις και προβλήματα μου ζήτησε να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Όταν πήγα, ο θεράπων γιατρός με ρώτησε: “η μητέρα σας γιατί δεν ήρθε;”. Τι μπορώ να κάνω από την πλευρά μου σε αυτή την περίπτωση; Έχει νόημα να συνεχίσω μόνο εγώ;»


Τι απαντάει ο παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Θανάσης Χατζόπουλος:

«Η κόρη πήγε γιατί η ίδια είχε κάποιες δυσκολίες. Δεν ξέρω γιατί ο θεράπων ζήτησε να πάει και η μητέρα. Μου ακούγεται κάπως περίεργο, γιατί συνήθως μιλάμε για ατομικές θεραπείες, εκτός κι αν πρόκειται για συστημικές ή οικογενειακές θεραπείες όπου πάει όλη η οικογένεια, αλλά εκεί συνήθως μιλάμε για κόρες που είναι μικρότερες σε ηλικία, δηλαδή δεν είναι ενήλικες, όπως αυτή η συγκεκριμένη περίπτωση.

Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι η μητέρα λέει ότι “εγώ δεν έχω κάποιο θέμα για να πάω”, οπότε ό,τι χρειάζεται να κάνει η κόρη θα το κάνει η ίδια από τη μεριά της και δεν πρέπει να ασχοληθεί άλλο με τη μητέρα. Από εκεί και πέρα η σχέση θα διαμορφωθεί με βάση τις όποιες αλλαγές θα κάνει η κόρη ως προς τον εαυτό της και στη συνέχει τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους.

Πολλές φορές συμβαίνει το εξής: η εμπειρία δείχνει ότι όταν κάποιος από μια οικογένεια μπαίνει σε θεραπεία, η οποία κρατάει και προχωράει, οφελείται όλη η οικογένεια. Ή πολλές φορές, μου έχει συμβεί να μου έχουν φέρει ένα παιδί που έχει κάποιο πρόβλημα, το οποίο δυσκολεύει τους γονείς και έρχεται διαγνωστικά δυο – τρεις φορές, προκειμένου να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα. Αλλά το παιδί στο τέλος λέει την απίστευτη φράση “εγώ δεν έχω πρόβλημα να έρχομαι”, εννοώντας ότι μπορεί και να έρχεται, αλλά ταυτόχρονα εννοεί και ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα για έρχεται, οπότε εκεί εγώ λέω “εντάξει, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι…”

Όμως υπάρχουν κάποιοι γονείς που σε τέτοιες περιπτώσεις αποφασίζουν να μπουν οι ίδιοι σε θεραπεία και επομένως αντί για το παιδί μπαίνει ο πατέρας ή η μητέρα και η κατάσταση βοηθιέται με αυτό τον τρόπο και το παιδί επίσης βρίσκει το δρόμο του.»

Μέσα από τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε ότι η ψυχοθεραπεία δεν έχει ως στόχο να αλλάξει τους άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, να διαχειριστεί τα συναισθήματά του και να υιοθετήσει πιο υγιείς τρόπους επικοινωνίας. Ακόμη κι αν οι υπόλοιποι δεν επιλέξουν να κάνουν το ίδιο βήμα, η προσωπική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει θετικά τη δυναμική μιας σχέσης.


Στις σχέσεις μεταξύ γονιών και ενήλικων παιδιών, δεν είναι πάντα εφικτό να υπάρξει κοινή προσπάθεια. Όταν ο ένας δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει πρόβλημα ή δεν επιθυμεί να αναζητήσει βοήθεια, εκείνος που βρίσκεται ήδη στη θεραπεία καλείται να επικεντρωθεί σε όσα μπορεί να ελέγξει: στα προσωπικά του όρια, στις προσδοκίες του και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να σχετίζεται.

Όπως εξηγεί ο Θανάσης Χατζόπουλος, η εμπειρία δείχνει ότι όταν ένα μέλος της οικογένειας εργάζεται ουσιαστικά με τον εαυτό του, συχνά αλλάζει σταδιακά και η ισορροπία ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος. Η αλλαγή δεν έρχεται επειδή μεταμορφώνονται οι άλλοι, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε μαζί τους.

Το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανέναν να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία ή να αλλάξει, μπορούμε όμως να αναλάβουμε την ευθύνη για τη δική μας προσωπική εξέλιξη, πράγμα που είναι αρκετό για να δημιουργήσει πιο υγιείς σχέσεις ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, να μας βοηθήσει να τις διαχειριστούμε με μεγαλύτερη ηρεμία και συναισθηματική ωριμότητα.

Σχετικά άρθρα