Από μικρά παιδιά μαθαίνουμε να «σφίγγουμε» τον εαυτό μας για να τα καταφέρουμε. Στο σχολείο, όταν η δασκάλα φώναζε «πρόσεχε!», «συγκεντρώσου!», «κοίτα καλά!», συχνά η φυσική μας αντίδραση ήταν να τεντώσουμε το σώμα μας. Σφίγγαμε τα μάτια για να δούμε καλύτερα, κρατούσαμε την αναπνοή μας για να ακούσουμε πιο προσεκτικά, σφίγγαμε τους μύες μας για να συγκεντρωθούμε σε κάτι δύσκολο.
Με τον καιρό, αυτή η μικρή καθημερινή προσπάθεια έγινε συνήθεια. Το σώμα έμαθε να βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση ετοιμότητας, σαν να πρέπει συνεχώς να προσπαθεί, να ελέγχει, να αποδεικνύει.
Τότε, λοιπόν, αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι αυτή η ένταση είμαστε εμείς. Ότι το άγχος, το σφίξιμο στο σώμα, η εσωτερική πίεση και η ανάγκη να προσπαθούμε διαρκώς είναι κομμάτια της προσωπικότητάς μας.
Όμως, μήπως δεν είναι;
«Έτσι είμαι εγώ»
Πολλές φορές δεν υποφέρουμε μόνο από τις δυσκολίες της ζωής, αλλά και από τον τρόπο που έχουμε μάθει να υπάρχουμε μέσα σε αυτή.
Το σώμα μας κρατάει μια μόνιμη ένταση, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Οι ώμοι σηκώνονται, το σαγόνι σφίγγεται, η αναπνοή γίνεται πιο ρηχή, το μέτωπο συνοφρυώνεται.
Αυτές οι μικρές κινήσεις μπορεί να φαίνονται ασήμαντες, όμως όταν επαναλαμβάνονται για χρόνια γίνονται ένα σταθερό υπόβαθρο της καθημερινότητάς μας. Ακριβώς επειδή αυτή η αίσθηση βρίσκεται πάντα εκεί, την ταυτίζουμε με το «εγώ».
Λέμε:
«Έτσι είμαι εγώ».
«Είμαι αγχώδης άνθρωπος».
«Είμαι τελειομανής».
«Δεν μπορώ να χαλαρώσω».
Όμως μήπως τελικά ένα μεγάλο μέρος από αυτό που ονομάζουμε «χαρακτήρα» είναι απλώς ένα μοτίβο έντασης που μάθαμε να κουβαλάμε μέσα στα χρόνια;
Όταν μπαίνουμε διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού
Η ένταση δεν εμφανίστηκε τυχαία στη ζωή μας. Στην πραγματικότητα, στην αρχή είχε έναν πολύ σημαντικό σκοπό που ήταν να μας προστατεύσει και να μας βοηθήσει να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.
Όταν ένα παιδί προσπαθεί να μάθει κάτι δύσκολο, είναι φυσιολογικό να συγκεντρώνεται περισσότερο, όπως επίσης όταν χρειάζεται να ακούσει προσεκτικά, να θυμηθεί μια πληροφορία ή να αντιμετωπίσει μια πρόκληση, το σώμα ενεργοποιείται. Οι αισθήσεις γίνονται πιο έντονες, η προσοχή αυξάνεται και ο οργανισμός μπαίνει σε μια κατάσταση ετοιμότητας.
Αυτή η αντίδραση είναι χρήσιμη και είναι ένας φυσικός μηχανισμός που μας βοηθά να ανταποκριθούμε σε δύσκολες στιγμές.
Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτή η κατάσταση παύει να είναι προσωρινή και γίνεται ο μόνιμος τρόπος με τον οποίο υπάρχουμε.
Είναι σαν να αφήνουμε έναν συναγερμό ανοιχτό όλη την ημέρα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Το σώμα συνεχίζει να λειτουργεί σαν να πρέπει διαρκώς να προσπαθήσουμε περισσότερο, να ελέγξουμε περισσότερα πράγματα, να είμαστε πιο προσεκτικοί και να αποδείξουμε ότι είμαστε αρκετοί.
Με τον καιρό, αυτή η ένταση γίνεται τόσο γνώριμη που αρχίζουμε να τη θεωρούμε φυσιολογική. Δεν την παρατηρούμε πια και καταλήγει να γίνεται ένα αόρατο βάρος που κουβαλάμε καθημερινά.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου όσο περισσότερο σφίγγομαι, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Και όσο περισσότερο νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά, τόσο περισσότερο σφίγγομαι, προσπαθώντας να διορθώσω την κατάσταση.
Η ψευδαίσθηση ότι πρέπει πάντα να προσπαθούμε
Πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι η επιτυχία έρχεται μόνο μέσα από τη συνεχή προσπάθεια, την πίεση και την ανάγκη να ξεπερνούν συνεχώς τον εαυτό τους. Από μικροί μαθαίνουμε ότι πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο, να μην κάνουμε λάθη και να είμαστε πάντα σε εγρήγορση. Έτσι, σταδιακά δημιουργούνται μέσα μας σκέψεις όπως: «Πρέπει να πιεστώ για να τα καταφέρω», «Αν χαλαρώσω, θα αποτύχω» ή «Αν δεν ελέγχω τα πάντα, κάτι κακό θα συμβεί».
Αυτές οι σκέψεις δημιουργούν μια εσωτερική ένταση που με τον καιρό μοιάζει απαραίτητη. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι χωρίς αυτό το άγχος και αυτή την πίεση δεν θα μπορούμε να λειτουργήσουμε, να πετύχουμε ή να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της ζωής.
Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη συγκέντρωση και στην πίεση. Η συγκέντρωση είναι μια κατάσταση καθαρότητας και παρουσίας. Μπορούμε να είμαστε απόλυτα αφοσιωμένοι σε κάτι χωρίς να πολεμάμε τον εαυτό μας. Αντίθετα, η πίεση δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν είμαστε αρκετοί όπως είμαστε τώρα και ότι συνεχώς υπάρχει κάτι που πρέπει να διορθώσουμε, να βελτιώσουμε ή να αποδείξουμε.
Πολλές φορές δεν κουραζόμαστε μόνο από αυτά που κάνουμε, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα κάνουμε. Δεν είναι πάντα η προσπάθεια που μας εξαντλεί, αλλά η εσωτερική μάχη που συνοδεύει κάθε προσπάθεια.
Η προσωπικότητά μας που χτίστηκε πάνω στον φόβο
Αν το καλοσκεφτούμε, πολλές φορές η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας έχει χτιστεί πάνω σε αυτές τις σωματικές αισθήσεις έντασης. Για παράδειγμα, όταν νιώθουμε συνεχώς σφιγμένοι, αγχωμένοι ή σε επιφυλακή, μπορεί να αρχίσουμε να πιστεύουμε ότι αυτό είναι απλώς ο χαρακτήρας μας.
Νιώθω ένταση και πιστεύω ότι είμαι αγχωμένος άνθρωπος. Νιώθω φόβο και θεωρώ ότι η ζωή είναι επικίνδυνη. Νιώθω ανασφάλεια και συμπεραίνω ότι κάτι μου λείπει. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια ταύτιση ανάμεσα σε μια προσωρινή εσωτερική κατάσταση και στην ίδια την ταυτότητά μας.
Όμως μια σκέψη δεν είναι ολόκληρος ο εαυτός μας. Ένα συναίσθημα δεν είναι η προσωπικότητά μας. Μια σωματική ένταση δεν είναι αυτό που πραγματικά είμαστε. Είναι απλώς κάτι που συμβαίνει μέσα μας, μια εμπειρία που περνάει από εμάς.
Όταν αρχίζουμε να βλέπουμε αυτή τη διαφορά, δημιουργείται ένας νέος χώρος ελευθερίας και καταλαβαίνουμε ότι μπορούμε να παρατηρούμε το άγχος μας χωρίς να γινόμαστε το άγχος μας.
Γιατί νιώθουμε αποκομμένοι από τη ζωή;
Όταν κάποιος ζει για πολλά χρόνια σε μια κατάσταση συνεχούς εσωτερικής έντασης, μπορεί σταδιακά να αρχίσει να αισθάνεται απομακρυσμένος από τη ζωή. Σαν να βρίσκεται διαρκώς λίγο έξω από τη στιγμή που βιώνει, παρατηρώντας την αντί να την απολαμβάνει.
Αντί να ζει μια εμπειρία, την αναλύει. Αντί να απολαμβάνει μια συζήτηση, σκέφτεται αν μίλησε σωστά. Αντί να χαρεί μια στιγμή, αναρωτιέται αν όλα πηγαίνουν όπως πρέπει. Η ανάγκη για έλεγχο παίρνει τη θέση της απλής παρουσίας.
Κάπου εκεί μπορεί να εμφανιστούν βαθύτερα ερωτήματα: «Γιατί δεν μπορώ απλώς να υπάρχω;», «Γιατί νιώθω ότι πρέπει πάντα να κάνω κάτι;», «Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ τη ζωή ή τον θάνατο;».
Η απάντηση μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι έχουμε ξεχάσει πως πίσω από όλη αυτή την προσπάθεια υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν χρειάζεται συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του. Ένας άνθρωπος που δεν είναι μόνο οι επιτυχίες του, οι φόβοι του ή οι σκέψεις του.
Η επιστροφή σε μια πιο φυσική κατάσταση
Η λύση δεν είναι να πολεμήσουμε την ένταση ούτε να προσπαθήσουμε με το ζόρι να «μην αγχωνόμαστε», καθώς αυτό γίνεται μια νέα μορφή πίεσης. Το πρώτο βήμα είναι απλώς η παρατήρηση. Να αναρωτηθούμε: «Σφίγγω τους ώμους μου τώρα; Κρατάω την αναπνοή μου;».
Μέσα από αυτή την επίγνωση, καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε το σφίξιμο στο σώμα μας ούτε ο φόβος μας. Είμαστε αυτοί που μπορούν να τα παρατηρήσουν.
Για χρόνια πιστεύαμε ότι αυτή η ένταση μας προστατεύει και ότι αν χαλαρώσουμε, θα αποτύχουμε. Όμως συμβαίνει το αντίθετο: όσο λιγότερο παλεύουμε με κάθε στιγμή, τόσο περισσότερο χώρο αφήνουμε στη ζωή να κυλήσει φυσικά. Σταματάμε να κουβαλάμε ένα βάρος που ποτέ δεν ήταν δικό μας, ανακαλύπτοντας πίσω του έναν πιο ήρεμο, ελεύθερο εαυτό που απλώς περίμενε να τον προσέξουμε.