Για πολλούς γονείς, η εφηβεία μοιάζει με την περίοδο που το παιδί τους αρχίζει να απομακρύνεται, να αμφισβητεί κανόνες και να συγκρούεται μαζί τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον παιδοψυχίατρο και ψυχαναλυτή Θανάση Χατζόπουλο, αυτή η διαδικασία δεν ξεκινά ξαφνικά στην εφηβεία, αλλά αποτελεί ένα φυσικό και απαραίτητο στάδιο που αρχίζει ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής.
Μιλώντας για την έννοια της «αποκαθήλωσης» των γονιών, εξηγεί γιατί το πρώτο «όχι» ενός παιδιού είναι καθοριστικό για την εξέλιξή του, γιατί οι γονείς δεν πρέπει να φοβούνται να θέτουν όρια και πώς η σταθερή στάση τους βοηθά το παιδί να διαμορφώσει τη δική του ταυτότητα και να εξελιχθεί σε έναν αυτόνομο ενήλικα.
Τι εξηγεί ο Θανάσης Χατζόπουλος:
«Η αποκαθήλωση των γονιών ξεκινάει στην εφηβεία, αν και στην πραγματικότητα έχει ξεκινήσει ήδη από την πρώτη παιδική ηλικία. Στην ψυχανάλυση λέμε ότι ένα παιδί αρχίζει να αυτονομείται από τους γονείς του γύρω στα δύο χρόνια, όταν θα χτυπήσει το πόδι στο πάτωμα και θα πει “όχι”. Θα του ζητήσει κάτι ο μπαμπάς ή η μαμά, εκείνο δεν θα θέλει και θα αρνηθεί. Μπορεί να πει: “Όχι, δεν θέλω να φάω”, “όχι, δεν θέλω να πάω να κοιμηθώ”, “όχι, δεν θέλω να κάνω μπάνιο”.
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί αντιτάσσει τη δική του επιθυμία, το δικό του “εγώ” – το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει διαμορφωθεί με βάση το “εγώ” του γονιού – και του λέει “όχι”, προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από εκείνον. Από εκεί και πέρα, όλα εξαρτώνται από το πώς ο γονιός θα μπορέσει να παραλάβει αυτό το “όχι” και τι θα απαντήσει. Γιατί πολλές φορές χρειάζεται να το ακούσει, αλλά και να το αρνηθεί.
Δεν σημαίνει ότι επειδή το παιδί θα πει “όχι”, ο γονιός πρέπει να απαντήσει: “Ναι, παιδί μου, εντάξει, δεν θα γίνει αυτό που δεν θέλεις”. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο θα απαντήσει σε αυτό το “όχι”. Αυτός ο τρόπος είναι που θα αφήσει – ή δεν θα αφήσει – το περιθώριο να αναπτυχθεί το παιδί ως υποκείμενο.
Αυτό, λίγο σχηματικά, ξεκινά γύρω στα δύο με τρία χρόνια και συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Ξέρουμε πολύ καλά ότι τα παιδιά έχουν επιθυμίες, έχουν απαρνήσεις, θέλουν το ένα, δεν θέλουν το άλλο. Και εκεί, πάλι, όλα είναι θέμα διαχείρισης μέσα στη σχέση.
Ειδικά στις μέρες μας, οι γονείς χρειάζεται να λάβουν μια πολύ πιο στέρεη και σταθερή θέση. Τα τελευταία δεκαπέντε με είκοσι χρόνια οι κοινωνίες – και η ελληνική ανάμεσά τους – έχουν αποκτήσει μια τόσο παιδοκεντρική στόχευση, που πολλές φορές είναι σαν τα παιδιά να τραβάνε τους γονείς από τη μύτη. Στην πραγματικότητα, όμως, τραβάνε από τη μύτη το παιδί που κάποτε ήταν ο ίδιος ο γονιός. Εκεί συντονίζεται το ένα παιδί με το άλλο και εκεί τα πράγματα δεν θα πάνε καλά.
Ο γονιός χρειάζεται να ακούσει το παιδί που υπήρξε και ο ίδιος κάποτε, αλλά να το ακούσει ως ένας ενήλικος που μπορεί να σταθεί απέναντί του. Και ύστερα να δει τι θα κάνει με το πραγματικό παιδί που έχει μπροστά του.
Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά όταν ένας γονιός δεν θέλει να χαλάσει τα χατίρια του παιδιού του. Το κακομαθαίνει, όχι επειδή θέλει να το κακομάθει, αλλά επειδή δεν θέλει να πει ποτέ “όχι” και να ματαιώσει τον εαυτό του ως παιδί. Είτε επειδή ο ίδιος βίωσε πολλές ματαιώσεις είτε επειδή, μέσα από το παιδί του, προσπαθεί να φανταστεί ότι κι εκείνος δεν ματαιώθηκε ποτέ.
Η πιο έκδηλη περίοδος, λοιπόν, όπου αρχίζει να γίνεται η αποκαθήλωση των γονιών είναι όντως η εφηβεία. Εκεί αυτό μπορεί να συμβεί με πολύ δραματικό τρόπο. Οι γονείς χρειάζεται να είναι πάρα πολύ στέρεοι και σταθεροί, γιατί ο έφηβος χρειάζεται απέναντί του έναν γονιό σταθερό στη θέση και στη στάση του. Ακριβώς απέναντι σε αυτό το σταθερό θα μπορέσει να διαφοροποιηθεί και ο ίδιος.
Αυτό που ζητάει ο έφηβος είναι η διαφοροποίηση. Είναι το πώς θα μπορέσει να φτιάξει τον δικό του εαυτό, τον δικό του κόσμο και τις δικές του συνήθειες απέναντι σε έναν γονιό που δεν παρασύρεται από εκείνον, αλλά κρατά τις δικές του αρχές και μπορεί να πει: “Όσο είσαι σε αυτό το σπίτι θα ακολουθούμε αυτόν τον τρόπο. Όταν φύγεις από εδώ, μπορείς να αλλάξεις ό,τι θέλεις”.
Από εκεί και πέρα, αυτή η περίοδος της αποκαθήλωσης δεν τελειώνει απαραίτητα στην εφηβεία. Μπορεί να κρατήσει ολόκληρη τη ζωή. Πολλές φορές βλέπουμε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, που έχουν τα δικά τους παιδιά, αλλά υπάρχουν ακόμη οι δικοί τους γονείς, οι παππούδες, και δυσκολεύονται να αντιταχθούν στην προηγούμενη γενιά. Είτε επειδή οι γονείς τους είναι πλέον μεγάλοι σε ηλικία είτε επειδή η σχέση τους είναι τέτοια.
Όμως όλα αυτά είναι προς επεξεργασία. Οι σχέσεις είναι κάτι που χρειάζεται να το σκεφτόμαστε και να το ξανασκεφτόμαστε συνεχώς, γιατί πέρα από το ορατό πεδίο μιας σχέσης υπάρχει πάντα και το αθέατο, αυτό που δεν βλέπουμε και έχει να κάνει με το ασυνείδητο.
Αν ο γονιός είναι σταθερός και στέρεος σε αυτά που πιστεύει και έχει τον τρόπο να τα προβάλλει και να τα προτείνει στον έφηβο, τότε ο έφηβος δεν φτάνει ποτέ στα άκρα, γιατί έχει πάρει αυτό που πραγματικά ζητά. Και αυτό που ζητά είναι μια καθαρή και ξάστερη στάση από την απέναντι πλευρά. Όταν τη βρίσκει, βρίσκει και από τι έχει να διαφοροποιηθεί.
Αν, όμως, αυτή η αποκαθήλωση δεν γίνει στην εφηβεία, τότε ξέρουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να ξετυλίξουν πραγματικά το δυναμικό που έχουν, να αναπτυχθούν, να μεγαλώσουν ουσιαστικά, να ανθίσουν είτε επαγγελματικά είτε προσωπικά ή να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.
Πολλές φορές αυτή η δυσκολία να δημιουργήσουν μια δική τους οικογένεια υπάρχει ακριβώς επειδή δεν αποκαθήλωσαν ποτέ τους ιδεώδεις γονείς που φαντάστηκαν ότι είχαν. Τα παιδιά έχουν την τάση να εξιδανικεύουν τους γονείς τους – εκτός βέβαια αν μιλάμε για γονείς με πολύ σοβαρά προβλήματα, τα οποία είναι εμφανή.
Ο γονιός, λοιπόν, δεν χρειάζεται να κάνει κάτι για να εξιδανικευτεί. Αντίθετα, χρειάζεται να κάνει κάτι ώστε το παιδί να δει την πραγματική του διάσταση. Να καταλάβει ότι είναι ένας γονιός που έχει και αδυναμίες και δυσκολίες, χωρίς όμως αυτό να καταλαμβάνει ολόκληρο το πεδίο του ψυχισμού του.
Από εκεί και πέρα, όταν υπάρχει μια μετριοπαθής αυτοσυνείδηση, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στο παιδί ή στον έφηβο που έχουμε απέναντί μας, τότε τα πράγματα συνήθως πηγαίνουν καλύτερα.
Δεν υπάρχει κανενός είδους συνταγή, παρά μόνο η συνταγή μιας στοιχειώδους, βασικής ειλικρίνειας στη σχέση. Μιας ειλικρίνειας που ξεκινά από τη σχέση που έχει κανείς με τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί, αν ζητάμε από τον άλλον να είναι ειλικρινής, ενώ εμείς δεν είμαστε καθόλου ειλικρινείς με τον εαυτό μας και διαρκώς φανταζόμαστε πράγματα που δεν ισχύουν, τότε τα πράγματα δεν θα πάνε καλά.»