Υπάρχουν άνθρωποι που πλησιάζουν τα 30, τα 40 ή ακόμη και τα 50 τους χρόνια και παρ’ όλα αυτά μοιάζουν να ζουν σαν να βρίσκονται ακόμη σε μια παρατεταμένη εφηβεία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εφηβική στάση ζωής μετατρέπεται σε αδυναμία ανάληψης ευθύνης, σε μόνιμη σύγκρουση με το περιβάλλον, σε παρορμητικές επιλογές που καταστρέφουν σχέσεις, δουλειές, οικονομικά και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο παιδοψυχίατρος και ψυχαναλητής Θανάσης Χατζόπουλος περιγράφει πολύ εύστοχα αυτή την κατάσταση:
«Εκεί τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα, γιατί θα πρέπει ο ίδιος ο ενήλικος έφηβος να πάρει πια μια ευθύνη για τον εαυτό του, να δει ότι κάτι πάει πολύ στραβά ή το στενό περιβάλλον να του δείξει με πολύ αυστηρό τρόπο ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι. Πρέπει να πάρει από κάπου βοήθεια, προκειμένου αυτές οι εφηβικές πλευρές να βρουν μια συνέχεια σε μια ωρίμανση, η οποία δεν έχει επέλθει ακόμα και η οποία όμως είναι απαραίτητη για να μπορέσει να συνεχίσει, αν θέλει τη ζωή του μέσα σε αυτό το ίδιο περιβάλλον. Είναι πολύ δύσκολο αυτό, αλλά δεν υπάρχει και άλλος τρόπος.»
Τι σημαίνει «ενήλικος έφηβος»;
Περιγράφει μια συναισθηματική κατάσταση όπου το άτομο έχει αποκτήσει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ενηλικίωσης, αλλά δυσκολεύεται να αναπτύξει βασικές ψυχικές λειτουργίες που συνδέονται με την ωριμότητα.
Συχνά βλέπουμε ανθρώπους που:
- αλλάζουν συνεχώς δουλειές επειδή «κανείς δεν τους καταλαβαίνει»,
- συγκρούονται με κάθε μορφή ορίου ή κανόνα,
- θεωρούν ότι για όλα φταίνε οι άλλοι,
- ξοδεύουν παρορμητικά χρήματα που δεν έχουν,
- καταστρέφουν σχέσεις με ζήλια, θυμό ή ανευθυνότητα,
- χρησιμοποιούν αλκοόλ, ουσίες, τζόγο ή υπερβολική διαδικτυακή ενασχόληση για να αποφύγουν την πραγματικότητα,
- ζητούν συνεχώς βοήθεια αλλά απορρίπτουν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής αλλαγής.
Το κεντρικό χαρακτηριστικό δεν είναι η «ανωριμότητα» με τη χαλαρή καθημερινή έννοια, αλλά η δυσκολία να αντέξει κανείς τις συνέπειες των επιλογών του.
Η εφηβεία που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Η φυσιολογική εφηβεία είναι μια περίοδος αναστάτωσης. Ο έφηβος αμφισβητεί τους γονείς, δοκιμάζει τα όριά του, συγκρούεται, πειραματίζεται με ταυτότητες και επιθυμίες. Όλη αυτή η διαδικασία έχει έναν σκοπό που είναι να μπορέσει κάποτε να πει «αυτός είμαι εγώ», χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να πολεμά κάποιον άλλον.
Όταν όμως αυτή η διαδικασία μπλοκάρει, ο άνθρωπος μπορεί να παραμείνει ψυχικά εγκλωβισμένος σε μια μόνιμη θέση αντίδρασης. Δεν ξέρει τι θέλει πραγματικά· ξέρει μόνο τι δεν θέλει να του επιβληθεί. Έτσι, η ζωή του οργανώνεται γύρω από συγκρούσεις, αποδράσεις και προσωρινές εκτονώσεις.
Συχνά πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν απέκτησε ποτέ σταθερή αίσθηση εαυτού. Μπορεί να μεγάλωσε με υπερβολικά ελεγκτικούς γονείς, με γονείς που δεν έβαζαν ποτέ όρια, με αστάθεια, συναισθηματική παραμέληση ή με την αίσθηση ότι έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει την αξία του.
Όταν το περιβάλλον γίνεται συνένοχο χωρίς να το καταλαβαίνει
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία είναι ότι οι «ενήλικες έφηβοι» σπάνια καταρρέουν μόνοι τους. Συνήθως υπάρχει γύρω τους ένα περιβάλλον που, από αγάπη ή φόβο, απορροφά συνεχώς τις συνέπειες των πράξεών τους.
Η μητέρα που πληρώνει τα χρέη, ο σύντροφος που δικαιολογεί κάθε έκρηξη θυμού, ο φίλος που «τον σώζει» κάθε φορά που μπλέκει, όλοι αυτοί συχνά πιστεύουν ότι βοηθούν. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές λειτουργούν σαν μαξιλάρι που εμποδίζει την επαφή με την πραγματικότητα.
Η ωρίμανση αρχίζει όταν ο άνθρωπος συνδέσει καθαρά:
«Αυτό που κάνω έχει συνέπειες και οι συνέπειες αυτές με αφορούν».
Όσο κάποιος άλλος αναλαμβάνει διαρκώς το κόστος, η ανάγκη αλλαγής παραμένει ανέφικτη.
Η αυτοκαταστροφή δεν μοιάζει πάντα με καταστροφή
Πολλοί φαντάζονται την αυτοκαταστροφή ως βαριές εξαρτήσεις, επικίνδυνες συμπεριφορές ή πλήρη κοινωνική κατάρρευση. Υπάρχει όμως και μια πιο ύπουλη αυτοκαταστροφή.
Είναι ο άνθρωπος που επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο ξανά και ξανά:
- ερωτεύεται παρορμητικά και φεύγει μόλις η σχέση απαιτήσει δέσμευση,
- εγκαταλείπει κάθε επαγγελματική προσπάθεια όταν εμφανιστεί η πρώτη δυσκολία,
- υπόσχεται ότι «από Δευτέρα αλλάζει» αλλά δεν αντέχει τη συνέπεια,
- περνά από ενθουσιασμό σε απογοήτευση με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Αυτοί οι άνθρωποι συχνά φαίνονται γοητευτικοί, δημιουργικοί ή «ελεύθερα πνεύματα». Όμως πίσω από τη διαρκή κίνηση υπάρχει συχνά ένας βαθύς φόβος: αν σταματήσω και κοιτάξω πραγματικά τη ζωή μου, ίσως αναγκαστώ να δω πόσο χαμένος νιώθω.
Πώς θα τον πείσεις να πάει σε θεραπεία;
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα. Οι περισσότεροι συγγενείς προσπαθούν να πείσουν με λογικά επιχειρήματα:
- «Δεν βλέπεις πώς έχεις καταντήσει;»
- «Όλοι σου το λένε».
- «Τράβα δες κάνα γιατρό μπας και γίνεις καλά».
- «Για το καλό σου το κάνουμε».
Συνήθως αυτά αποτυγχάνουν. Όχι επειδή ο άνθρωπος είναι απαραίτητα αδιάφορος, αλλά επειδή η θεραπεία βιώνεται ασυνείδητα σαν απειλή για την εύθραυστη εικόνα του εαυτού του. Αν παραδεχτεί ότι χρειάζεται βοήθεια, μπορεί να νιώσει ότι παραδέχεται πως είναι αποτυχημένος, ανεπαρκής ή «χαλασμένος».
Γι’ αυτό το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι «πώς θα τον πείσω;» αλλά «πώς θα σταματήσω να συμμετέχω σε έναν φαύλο κύκλο που επιτρέπει να συνεχίζεται η καταστροφή;»
Η δύναμη των καθαρών ορίων
Ο Θανάσης Χατζόπουλος τονίζει ότι το στενό περιβάλλον ίσως χρειαστεί να δείξει «με πολύ αυστηρό τρόπο ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι». Αυτό δεν σημαίνει τιμωρία ή απόρριψη. Σημαίνει καθαρά όρια.
Για παράδειγμα:
- «Σε αγαπώ, αλλά δεν θα πληρώσω άλλο τα χρέη που δημιουργείς».
- «Θέλω να έχουμε σχέση, αλλά δεν θα δέχομαι βία, προσβολές ή απειλές».
- «Είμαι εδώ αν ζητήσεις βοήθεια, όχι για να καλύπτω κάθε φορά τις συνέπειες».
Τα όρια είναι συχνά πιο θεραπευτικά από τις ατελείωτες συζητήσεις. Ο άνθρωπος μπορεί να θυμώσει, να κατηγορήσει, να απομακρυνθεί προσωρινά. Όμως για πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που δεν λυγίζει μπροστά στην παρορμητικότητά του.
Τι μπορεί πραγματικά να βοηθήσει;
Η αλλαγή συνήθως αρχίζει όχι όταν κάποιος ακούσει ένα σωστό επιχείρημα, αλλά όταν βιώσει μια υπαρξιακή ρωγμή: μια σχέση που χάνεται, μια δουλειά που τελειώνει, μια μοναξιά που δεν αντέχεται άλλο, μια στιγμή που συνειδητοποιεί ότι όλοι προχωρούν ενώ ο ίδιος επαναλαμβάνει το ίδιο αδιέξοδο.
Εκεί μπορεί να ανοίξει ένα μικρό παράθυρο για θεραπεία. Το περιβάλλον μπορεί να βοηθήσει αν:
- μιλά χωρίς εξευτελισμό,
- περιγράφει συγκεκριμένες συμπεριφορές αντί να κολλά ταμπέλες («είσαι ανώριμος»),
- αποφεύγει τα κηρύγματα,
- προτείνει βοήθεια ως ευκαιρία κατανόησης και όχι ως απόδειξη αποτυχίας,
- παραμένει σταθερό στα όριά του.
Η θεραπεία δεν «διορθώνει» έναν κακό άνθρωπο
Πολλοί αντιστέκονται επειδή φαντάζονται ότι η ψυχοθεραπεία θα τους κάνει κάποιον άλλον: πιο υπάκουο, πιο «κανονικό», λιγότερο ελεύθερο. Στην πραγματικότητα, ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστούν οι ζωντανές, δημιουργικές ή αυθόρμητες πλευρές ενός ανθρώπου.
Ο στόχος είναι αυτές οι πλευρές να αποκτήσουν συνέχεια, σταθερότητα και ευθύνη. Να μπορεί κάποιος να επιθυμεί χωρίς να καταστρέφει, να θυμώνει χωρίς να διαλύει, να ονειρεύεται χωρίς να εγκαταλείπει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Η ώριμη ζωή δεν είναι μια ζωή χωρίς συγκρούσεις ή επιθυμίες. Είναι μια ζωή όπου ο άνθρωπος μπορεί να πει:
«Αυτό που ζω μου ανήκει και γι’ αυτό μπορώ να αναλάβω την ευθύνη να το αλλάξω».
Το πιο δύσκολο μάθημα για όσους αγαπούν έναν «ενήλικο έφηβο»
Όσο κι αν αγαπάμε έναν άνθρωπο, δεν μπορούμε να τον κάνουμε εμείς πιο ώριμο αν ο ίδιος δεν θέλει να αλλάξει. Μπορούμε να τον στηρίξουμε, να τον αγαπήσουμε, να του δείξουμε τον δρόμο προς τη βοήθεια. Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε εμείς το βήμα της ανάληψης ευθύνης.
Η πιο βαθιά πράξη αγάπης δεν είναι να κρατάμε κάποιον συνεχώς όρθιο, αλλά να του επιτρέψουμε να νιώσει ότι αν δεν σταθεί ο ίδιος στα πόδια του, η ζωή του θα συνεχίσει να γκρεμίζεται.
Αυτό είναι το δύσκολο πέρασμα από την παρατεταμένη εφηβεία στην ενηλικίωση· η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να περιμένει ότι κάποιος άλλος θα τον σώσει και αρχίζει, έστω διστακτικά, να γίνεται ο ίδιος υπεύθυνος για τη ζωή του.