«Πέρασα σοβαρό πρόβλημα υγείας και τα παιδιά μου με είδαν να χάνω τα μαλλιά μου: Το έχουν ξεπεράσει ή τους έμεινε φόβος;» – Ο ειδικός εξηγεί πώς πρέπει να μιλήσεις στα παιδιά

parker-coffman-woman-eyes-unsplash

Όταν ένας γονιός περνά μια σοβαρή περιπέτεια υγείας, ολόκληρη η οικογένεια αλλάζει. Τα παιδιά μπορεί να μη γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες, όμως αντιλαμβάνονται την αγωνία, την αλλαγή στην καθημερινότητα, την απουσία, τον φόβο και κυρίως την ανασφάλεια που δημιουργείται όταν βλέπουν έναν άνθρωπο που θεωρούν «δυνατό» να δυσκολεύεται.


Πολλές φορές οι γονείς πιστεύουν ότι, όταν περάσει η δύσκολη περίοδος και το παιδί επιστρέψει στην καθημερινότητά του, το γεγονός έχει πλέον ξεπεραστεί. Όμως η ψυχή ενός παιδιού δεν λειτουργεί πάντα έτσι. Ένα γεγονός που συνέβη σε μικρή ηλικία μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα όσο το παιδί μεγαλώνει.

Μια μητέρα περιγράφει τη δική της αγωνία:

«Πριν μερικά χρόνια πέρασα ένα σοβαρό θέμα υγείας και τα παιδιά μου ήταν ηλικίας 6 και 11 ετών. Έχασα τα μαλλιά μου και αυτό ήταν το μόνο που φάνηκε στο σπίτι. Παρόλο που δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, θεωρείται ότι το έχουν ξεπεράσει;»

Ο παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Θανάσης Χατζόπουλος εξηγεί πως η απάντηση δεν είναι πάντα τόσο απλή και πως η επικοινωνία με τα παιδιά παραμένει το πιο σημαντικό εργαλείο.

Η απάντηση του Θανάση Χατζόπουλου:

«Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να μιλήσετε με τα παιδιά γι’ αυτό. Μπορεί να μιλήσατε και τότε, αλλά μπορείτε να μιλήσετε και στη συνέχεια. Δεν είναι πράγματα αυτά για τα οποία μιλάει κανείς μόνο μια φορά. Δεν φτάνει μια φορά.


Τα παιδιά τότε είχαν αυτή την ηλικία, αντιλαμβάνονταν τα πράγματα με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μετά από τρία χρόνια, μετά από έξι χρόνια θα τα αντιληφθούν με τελείως διαφορετικό τρόπο και εσείς επίσης θα τα μεταφέρετε με διαφορετικό τρόπο και επομένως αυτή είναι μια καλή επανάληψη.

Ακριβώς επειδή τα παιδιά το ζουν όλο αυτό, χρειάζεται κανείς να βρει το μέτρο σε αυτά που θα τους πει. Σε μικρά παιδιά δεν λέμε ποτέ όλη την αλήθεια. Λέμε κάτι από τη βάση της αλήθειας, το μέτρο της αλήθειας, κάτι που δεν μπορούμε να αποφύγουμε να μην το πούμε, αλλά σίγουρα χρειάζεται κάτι να πούμε γι’ αυτό. Για παράδειγμα μπορούμε να πούμε: “η μαμά είναι άρρωστη, είναι σοβαρό, αλλά θα το ξεπεράσει…”

Εκ των υστέρων, μπορείς να πεις: “τότε δυσκολεύτηκα πάρα πολύ και να σας μιλήσω. Καταλαβαίνω ότι εγώ δυσκολεύτηκα γιατί παιρνούσα μια πολύ δύσκολη περίοδο με την υγεία μου. Καταλαβαίνω ότι κι εσείς μπορεί να δυσκολευτήκατε, γιατί ακριβώς με βλέπατε σε αυτή την κατάσταση, να φοβηθήκατε ότι μπορεί να πεθάνω…”. Μετά από 6-7 χρόνια σε μεγαλύτερα παιδιά ή σε εφήβους μπορεί κανείς να το ονομάσει αυτό το πράγμα.

Αυτό είναι λυτρωτικό, γιατί μιλάει για αυτό που έχουν ζήσει τα παιδιά και το οποίο έχει να κάνει με τον φόβο του θανάτου. Επομένως, χρειάζεται να μπει σε λόγια και να μοιραστεί εκ νέου.

Μπορεί τα παιδιά έξι χρόνια μετά να έχουν καθησυχαστεί ότι η μητέρα τα κατάφερε, προχώρησε, είναι στη ζωή, όλα καλά, είναι υγιής και τα λοιπά, αλλά μπορεί να μένει η αίσθηση ότι αυτό μπορεί να ξαναέρθει σε ένα μήνα ή σε ένα χρόνο. Εκεί, λοιπόν, το να μιλήσεις ξανά και ξανά δίνει μια βοήθεια στον ψυχισμό να επεξεργαστεί κάτι που δυνητικά είναι τραυματικό.»

Ο φόβος που μένει πίσω

Τα παιδιά πολλές φορές δεν θυμούνται μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως τα συναισθήματα που τα συνόδευσαν.

Μπορεί να μη θυμούνται όλες τις λεπτομέρειες μιας ασθένειας, όμως μπορεί να θυμούνται το βλέμμα του γονιού τους, την αλλαγή στην καθημερινότητα, την αγωνία των ενηλίκων ή την αίσθηση ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση με τα παιδιά σε διαφορετικές ηλικίες έχει τόσο μεγάλη αξία. Κάθε φορά που μεγαλώνουν, αποκτούν νέα εργαλεία για να καταλάβουν τι συνέβη και μπορούν να επεξεργαστούν συναισθήματα που παλιότερα ήταν πολύ δύσκολα.

Το σημαντικό δεν είναι να παρουσιάσει ένας γονιός οτι «όλα ήταν εύκολα», αλλά να δείξει ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές υπήρχε αγάπη, ειλικρίνεια και ασφάλεια.

Για ένα παιδί, η μεγαλύτερη ανακούφιση δεν είναι πάντα η απουσία των δύσκολων γεγονότων. Είναι η βεβαιότητα ότι μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά και ότι δεν χρειάζεται να κουβαλά μόνο του έναν φόβο που δεν κατάφερε ποτέ να εκφράσει.

Σχετικά άρθρα