Δεν υπάρχει επιθυμία χωρίς ενοχή! «Θέλω να πω “όχι”, αλλά φοβάμαι μήπως φανώ κακός άνθρωπος» – Η συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στα «θέλω» και στα «πρέπει»

sad-young-woman-home (1)

Θέλουμε να φύγουμε από μια σχέση, αλλά νιώθουμε ενοχές. Θέλουμε να πούμε «όχι», αλλά φοβόμαστε ότι θα πληγώσουμε τον άλλον. Θέλουμε να ξεκουραστούμε, αλλά αισθανόμαστε ότι τεμπελιάζουμε. Θέλουμε περισσότερα χρήματα, περισσότερη αναγνώριση, περισσότερο χώρο για τον εαυτό μας, αλλά αμέσως εμφανίζεται μέσα μας μια φωνή που ψιθυρίζει: «Μήπως ζητάς πολλά;». Ακόμη και μια επιθυμία που μοιάζει απόλυτα δική μας μπορεί ξαφνικά να συνοδεύεται από ένα παράξενο βάρος.


Η επιθυμία δεν εμφανίζεται πάντοτε μόνη της. Συχνά έρχεται μαζί με την απαγόρευση, τον φόβο, την αμφιβολία και την ενοχή. Όχι επειδή κάθε επιθυμία είναι κακή ή επειδή πρέπει να νιώθουμε ένοχοι για όσα θέλουμε, αλλά επειδή ο άνθρωπος μεγαλώνει μέσα σε σχέσεις, κανόνες, προσδοκίες και απαγορεύσεις. Μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι δεν μπορεί να έχει τα πάντα, να λέει τα πάντα, να κάνει τα πάντα και κυρίως ότι δεν είναι όλες οι επιθυμίες του εξίσου αποδεκτές από τους άλλους.

Το «θέλω» και το «δεν πρέπει»

Κάπου ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και σε αυτό που πιστεύουμε ότι «πρέπει» να θέλουμε, δημιουργείται συχνά μια εσωτερική σύγκρουση. Από μικροί μαθαίνουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πάντα αυτό που θέλουμε και ότι για να αγαπηθούμε, να ανήκουμε και να έχουμε αποδοχή χρειάζεται κάποιες φορές να συγκρατούμε τον εαυτό μας.

Μεγάλο μέρος αυτών των κανόνων και των απαγορεύσεων γίνεται με τον χρόνο κομμάτι του εσωτερικού μας κόσμου. Ο Φρόιντ, μάλιστα, μίλησε για το Υπερεγώ, μια εσωτερική λειτουργία που σχετίζεται με τους κανόνες, τις αξίες και τις απαγορεύσεις που έχουμε αφομοιώσει. Με πολύ απλά λόγια, είναι εκείνη η εσωτερική φωνή που μπορεί να μας λέει «αυτό δεν επιτρέπεται», ακόμη κι όταν κανείς δεν βρίσκεται απέναντί μας για να μας το πει.

Για το λόγο αυτό μπορεί να νιώθουμε ένοχοι όχι μόνο για αυτό που κάναμε, αλλά ακόμη και για αυτό που θέλουμε.

Η ενοχή δεν σημαίνει πάντα ότι κάναμε κάτι κακό

Έχουμε μάθει να συνδέουμε την ενοχή με ένα λάθος, με κάτι κακό. Έκανα κάτι που πλήγωσε έναν άνθρωπο, είπα κάτι που δεν έπρεπε, φέρθηκα άσχημα και τώρα αισθάνομαι τύψεις. Αυτή είναι μια ενοχή που μπορεί να έχει τη χρησιμότητά της, γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε ότι ξεπεράσαμε ένα όριο και να αναλάβουμε την ευθύνη για ό,τι κάναμε.


Υπάρχει όμως και μια διαφορετική ενοχή, πολύ πιο ύπουλη, γιατί δεν εμφανίζεται αφού έχουμε κάνει κάτι κακό. Εμφανίζεται τη στιγμή που βάζουμε τον εαυτό μας μέσα στην εξίσωση. Θέλω να χαρώ χωρίς να σκέφτομαι τους άλλους, άρα είμαι αδιάφορη. Θέλω να διαφωνήσω, άρα δημιουργώ προβλήματα. Θέλω να μην είμαι πάντα διαθέσιμη, άρα απομακρύνομαι από τους ανθρώπους μου.

Σε αυτές τις περιπτώσεις αξίζει να κάνουμε μια μικρή παύση και να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «Έκανα πράγματι κάτι κακό ή απλώς έκανα κάτι που δεν συνηθίζω να επιτρέπω στον εαυτό μου;»

Ποιος μας έμαθε ότι δεν πρέπει να θέλουμε πολλά;

Κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας ότι πρέπει να είναι «καλό παιδί», απλά το μαθαίνει. Μαθαίνει ότι όταν είναι ήσυχο, υπάκουο και δεν δημιουργεί προβλήματα, οι μεγάλοι χαμογελούν και είναι ευχαριστημένοι. Μαθαίνει επίσης ότι όταν θυμώνει, αντιδρά, ζητά πολλά ή επιμένει σε αυτό που θέλει, μπορεί να συναντήσει απογοήτευση, θυμό ή απόρριψη.

«Μην είσαι εγωίστρια».

«Μην κάνεις τους άλλους να στενοχωριούνται».

«Να είσαι καλό παιδί».

«Να βοηθάς τους άλλους».

«Μην δίνεις σημασία».

Μπορεί να είναι απλές φράσεις που ειπώθηκαν πριν από πολλά χρόνια, όμως μερικές φορές μένουν μέσα μας περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. Μεγαλώνοντας, μπορεί να μην υπάρχει πια κάποιος γονιός, δάσκαλος ή άλλος άνθρωπος που να μας λέει τι επιτρέπεται και τι όχι, αλλά η φωνή έχει κάτσει για τα καλά μέσα μας.

Μαθαίνουμε να απαγορεύουμε μόνοι μας στον εαυτό μας πράγματα που κανείς πλέον δεν μας απαγορεύει.

Μπορεί να είμαστε ενήλικες, να έχουμε τη δική μας ζωή και να μπορούμε να πάρουμε τις δικές μας αποφάσεις, αλλά μέσα μας να συνεχίζουμε να φοβόμαστε ότι θα «τιμωρηθούμε» αν πάψουμε να είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν από εμάς.

Όταν το να φροντίζεις τον εαυτό σου μοιάζει με εγωισμό

Ίσως αυτό φαίνεται περισσότερο στις σχέσεις μας με τους άλλους. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μάθει να είναι πάντα εκεί, να σηκώνουν το τηλέφωνο, να βοηθούν, να ακούνε, να φροντίζουν, να βρίσκουν λύσεις, να κρατούν τις ισορροπίες και να αποφεύγουν τις συγκρούσεις. Έχουν συνηθίσει τόσο πολύ να βάζουν τον εαυτό τους τελευταίο, ώστε όταν κάποια στιγμή χρειαστούν κάτι για τους ίδιους, νιώθουν σχεδόν παράξενα.

Μια γυναίκα μπορεί να θέλει ένα Σαββατοκύριακο μόνη της και να αισθάνεται ότι εγκαταλείπει την οικογένειά της. Ένας άνθρωπος μπορεί να μη θέλει να βγει ένα βράδυ και να αισθάνεται ότι απογοητεύει τους φίλους του. Κάποιος μπορεί να έχει κουραστεί από μια σχέση και να μην τολμά να το παραδεχτεί, επειδή σκέφτεται συνεχώς πόσο θα πληγωθεί ο άλλος.

Όταν έχουμε μάθει ότι η αξία μας βρίσκεται στο να είμαστε χρήσιμοι, διαθέσιμοι και απαραίτητοι, το να πούμε «τώρα χρειάζομαι εγώ κάτι» μπορεί να μοιάζει σχεδόν με προδοσία, αλλά προφανώς δεν σημαίνει ότι είναι. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι για πρώτη φορά ακούμε μια ανάγκη που για χρόνια αφήναμε στην άκρη.

Η ενοχή που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε

Κάποιες φορές το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ξέρουμε λογικά πως δεν κάνουμε κάτι κακό, αλλά παρ’ όλα αυτά νιώθουμε άσχημα. Λέμε «ξέρω ότι έχω δικαίωμα να φύγω», αλλά αισθανόμαστε τύψεις. «Ξέρω ότι χρειάζομαι ξεκούραση», αλλά δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε. «Ξέρω ότι δεν έχω ευθύνη για αυτό που συνέβη», αλλά συνεχίζουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας.

Αντί, λοιπόν, να προσπαθήσουμε αμέσως να διώξουμε την ενοχή, μπορούμε απλώς να την ακούσουμε και να αναρωτηθούμε: «Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί αν κάνω αυτό που θέλω;»

Ίσως φοβάμαι ότι θα χάσω την αγάπη κάποιου. Ίσως ότι θα απογοητεύσω έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να με βλέπει διαφορετικά. Ίσως ότι θα με θεωρήσουν εγωιστή/-ρια. Ίσως ακόμη ότι, αν πάρω μια απόφαση για τη ζωή μου, δεν θα μπορώ πλέον να κατηγορώ τις συνθήκες ή τους άλλους για το πώς ζω.

Όμως, όταν αναγνωρίζουμε πραγματικά τι θέλουμε, πρέπει κάποια στιγμή να αναλάβουμε και την ευθύνη της επιλογής μας.

Το να θέλω κάτι δεν σημαίνει ότι πρέπει να το κάνω

Υπάρχει και μια παρεξήγηση που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε. Το να ακούμε την επιθυμία μας δεν σημαίνει ότι πρέπει να πραγματοποιούμε κάθε επιθυμία μας.

Μπορώ να θυμώσω χωρίς να προσβάλω τον άλλον, μπορώ να ζηλέψω χωρίς να τον ελέγξω, μπορώ να θέλω να φύγω χωρίς να φύγω παρορμητικά, μπορώ να αισθανθώ έλξη για έναν άλλον άνθρωπο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να προδώσω τη σχέση μου, μπορώ να θέλω περισσότερα χρήματα, αναγνώριση ή επιτυχία και να αποφασίσω με ποιον τρόπο θέλω να τα διεκδικήσω.

Η επιθυμία είναι κάτι που μπορούμε να γνωρίσουμε. Η πράξη είναι κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε.

Ακριβώς αυτή η διάκριση είναι που μας επιτρέπει να μην τρομάζουμε τόσο πολύ από όσα συμβαίνουν μέσα μας. Δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να γίνει πράξη και δεν χρειάζεται κάθε επιθυμία να γίνει απόφαση. Μπορούμε απλώς να πούμε: «Αυτό υπάρχει μέσα μου. Ας δω τι σημαίνει».

Γιατί μερικές φορές αυτό που απαγορεύουμε στον εαυτό μας γίνεται ακόμη πιο δυνατό;

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι «δεν πρέπει να θέλει» κάτι, τόσο περισσότερο μπορεί να ασχολούμαστε μαζί του. Η επιθυμία δεν εξαφανίζεται πάντα επειδή της λέμε όχι. Μερικές φορές απλώς μετακινείται πιο βαθιά και επιστρέφει με άλλους τρόπους.

Μπορεί να εμφανιστεί ως εκνευρισμός, ως απογοήτευση, ως μια μόνιμη αίσθηση ότι «κάτι μου λείπει», ως κούραση ή ως η αίσθηση ότι ζούμε μια ζωή που δεν είναι ακριβώς δική μας. Και τότε μάλλον δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε μόνο «τι μου συμβαίνει;», αλλά και «τι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να θέλει;».

Θα λέγαμε οτι η επιθυμία δεν ζητά απαραίτητα να πραγματοποιηθεί, αλλά ζητά πρώτα να αναγνωριστεί.

Να μπορούμε επιτέλους να ακούμε το «θέλω»

Αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στην ενηλικίωση. Να ξεχωρίσουμε τη δική μας φωνή από όλες εκείνες τις φωνές που κουβαλάμε μέσα μας, μαζί μας.

Ποια «πρέπει» είναι πραγματικά δικά μου; Ποια έμαθα από την οικογένειά μου; Ποια δημιουργήθηκαν από τον φόβο μήπως χάσω την αγάπη των άλλων; Πόσα πράγματα κάνω επειδή τα θέλω πραγματικά και πόσα επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν σταματήσω να τα κάνω;

Σίγουρα αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι εύκολες και δεν χρειάζεται να απαντηθούν όλες μέσα σε μια μέρα, αλλά αρκεί να αρχίσουμε να ακούμε λίγο περισσότερο τον εαυτό μας πριν τον κρίνουμε.

Γιατί, αν το καλοσκεφτούμε, ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει χρόνια προσπαθώντας να γίνει αυτό που πρέπει και κάποια στιγμή να ανακαλύψει ότι δεν ξέρει πια τι θέλει.

Η ενοχή να είναι η τιμή που πληρώνουμε όταν αλλάζουμε

Κάθε φορά που βγαίνουμε από έναν παλιό ρόλο, μπορεί να εμφανίζεται ενοχή. Αν ήμασταν πάντα διαθέσιμοι και ξαφνικά αρχίσουμε να βάζουμε όρια, μπορεί να αισθανθούμε άσχημα. Αν πάντα προσπαθούσαμε να ευχαριστούμε τους άλλους και αρχίσουμε να λέμε «όχι», μπορεί να νιώσουμε ότι αλλάξαμε. Αν για χρόνια πιστεύαμε ότι πρέπει να αντέχουμε τα πάντα και ξαφνικά πούμε «δεν μπορώ άλλο», μπορεί να αισθανθούμε αδύναμοι.

Όμως το ότι αισθανόμαστε ενοχή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνουμε κάτι λάθος. Μπορεί να σημαίνει ότι κάνουμε κάτι καινούργιο.

Η ενοχή, σε αυτή την περίπτωση, μοιάζει με έναν παλιό συναγερμό που συνεχίζει να χτυπά ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει περάσει. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται κάθε φορά να την υπακούμε.

Τελικά, μπορούμε να θέλουμε χωρίς να απολογούμαστε;

Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο! Όχι να απαλλαγούμε από κάθε ενοχή και ούτε να κάνουμε πάντα αυτό που θέλουμε, αλλά να μπορούμε να αναγνωρίζουμε την επιθυμία μας χωρίς να τη θεωρούμε αμέσως ύποπτη.

Η επιθυμία δεν είναι πάντα μια απειλή για τη ζωή που έχουμε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ένα κομμάτι του εαυτού μας προσπαθεί να μας πει ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξει, να ειπωθεί ή απλώς να αναγνωριστεί.

Ψυχική ωριμότητα θα πει να μπορούμε να ακούμε και τα δύο και, ανάμεσά τους, να βρίσκουμε έναν χώρο όπου μπορούμε επιτέλους να αποφασίσουμε εμείς.

Γιατί τελικά η ελευθερία δεν είναι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, αλλά να μπορούμε να θέλουμε χωρίς να ντρεπόμαστε για την ίδια μας την επιθυμία.

Σχετικά άρθρα