Μια 33χρονη γυναίκα περιγράφει τη δύσκολη σχέση που έχει με τα δύο αδέλφια της και παραδέχεται ότι έχει φτάσει στα όριά της. Όπως εξηγεί, εκείνη είναι η μόνη από τα τρία αδέλφια που κατάφερε να αποκτήσει μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία και να δημιουργήσει μια ζωή με οικονομική ασφάλεια. Τα αδέλφια της, από την άλλη, αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια προβλήματα ψυχικής υγείας, οικονομικές δυσκολίες.
Η ίδια δεν έχει πάψει να τα βοηθά. Όποτε θεωρεί ότι υπάρχει πραγματική ανάγκη, προσπαθεί να βρίσκεται δίπλα τους και να στηρίζει τις επιλογές τους, ακόμη κι όταν διαφωνεί με αυτές. Όμως όσο περνούν τα χρόνια, αισθάνεται όλο και περισσότερο ότι έχει αναλάβει έναν ρόλο που δεν της ανήκει. Μετά τον θάνατο των γονιών τους, έγινε ουσιαστικά η «υπεύθυνη» της οικογένειας, εκείνη που πρέπει να σκέφτεται ψύχραιμα, να βοηθά και να προσπαθεί να περιορίζει τις συνέπειες των αποφάσεων των άλλων.
«Νιώθω σαν να κουβαλάω αυτή την οικογένεια, αλλά δεν αισθάνομαι ότι ανήκω πραγματικά σε αυτήν», λέει ουσιαστικά, περιγράφοντας ένα συναίσθημα που μπορεί να είναι πολύ γνώριμο σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν μάθει από μικροί να παίρνουν τον ρόλο του «υπεύθυνου» μέσα στην οικογένεια.
Όταν ένα παιδί γίνεται ο «υπεύθυνος» της οικογένειας
Σε πολλές οικογένειες υπάρχει, χωρίς να έχει αποφασιστεί ποτέ επίσημα, ένας άνθρωπος που αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες από τους υπόλοιπους. Είναι αυτός που σκέφτεται πρακτικά, οργανώνει, βοηθά, προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες και συχνά αισθάνεται ότι δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει λάθος.
Αυτός ο ρόλος μπορεί να ξεκινά πολύ νωρίς. Ένα παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε γονείς ή αδέλφια με σοβαρές δυσκολίες μπορεί να αντιληφθεί, ακόμη και χωρίς να του το ζητήσει κανείς, ότι πρέπει να είναι εκείνο το «καλό» και δυνατό παιδί. Μαθαίνει να μην επιβαρύνει τους άλλους με τις δικές του ανάγκες, να καταλαβαίνει τι χρειάζονται οι γύρω του και να προσπαθεί να διατηρεί μια εύθραυστη ισορροπία.
Έτσι, η υπευθυνότητα μπορεί να πάψει να είναι απλώς μια συμπεριφορά και να γίνει κομμάτι της ταυτότητάς του. Δεν είναι πλέον μόνο «αυτός που βοηθά», αλλά «αυτός που πρέπει να βοηθά». Και η διαφορά είναι σημαντική, γιατί όταν το «πρέπει» γίνεται εσωτερικός κανόνας, το άτομο μπορεί να αισθάνεται ενοχή ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος να αναλάβει μια ευθύνη.
Αυτό φαίνεται να συμβαίνει και στην περίπτωση της 33χρονης. Η ίδια δεν περιγράφει απλώς ότι βοηθά τα αδέλφια της. Περιγράφει ότι αισθάνεται υπεύθυνη για εκείνα, ακόμη και για επιλογές που δεν μπορεί να ελέγξει.
Όταν η αγάπη μπερδεύεται με την ευθύνη
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα σημεία μιας τέτοιας οικογενειακής δυναμικής. Μπορεί κανείς να αγαπά έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι πρέπει να τον προστατεύσει από τον ίδιο του τον εαυτό. Όμως η αγάπη και η ευθύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Για έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει ως ο «ώριμος» της οικογένειας, το να σταματήσει να παρεμβαίνει μπορεί να μοιάζει σχεδόν με εγκατάλειψη. Μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη: «Αν δεν τους βοηθήσω εγώ, ποιος θα το κάνει;». Πίσω από αυτή τη σκέψη μπορεί να υπάρχει μια ακόμη βαθύτερη πεποίθηση: «Αν δεν είμαι χρήσιμη σε αυτή την οικογένεια, ποια είναι η θέση μου μέσα σε αυτήν;».
Πολλές φορές δεν επαναλαμβάνουμε έναν ρόλο επειδή τον επιλέγουμε συνειδητά, αλλά επειδή μας είναι οικείος. Το παιδί που έμαθε ότι η ασφάλεια της οικογένειας εξαρτάται από το πόσο καλά θα τα καταφέρει μπορεί να συνεχίσει, ως ενήλικας πλέον, να αναζητά την ίδια θέση, δηλαδή να είναι αυτός που κρατά τα πράγματα όρθια.
Η ενοχή επειδή «τα κατάφερες»
Ένα από τα πιο δύσκολα συναισθήματα σε τέτοιες οικογενειακές σχέσεις είναι η ενοχή. Όταν ένας άνθρωπος έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια σταθερή ζωή, ενώ τα αδέλφια του δυσκολεύονται, μπορεί να αισθάνεται ότι δεν δικαιούται να είναι πραγματικά καλά.
Η ψυχοθεραπεύτρια Susanna Abse επισημαίνει ότι πίσω από αυτή την ενοχή μπορεί να υπάρχει η αίσθηση ότι, με κάποιον τρόπο, η επιτυχία του ενός συνδέεται με τις δυσκολίες των άλλων. Μπορεί να υπάρχει η σκέψη ότι κάποιος πήρε περισσότερη προσοχή από τους γονείς, είχε περισσότερες ευκαιρίες ή κατάφερε να προχωρήσει επειδή κάποιος άλλος έμεινε πίσω.
Όμως η ζωή δεν λειτουργεί τόσο απλά. Το γεγονός ότι κάποιος κατάφερε να δημιουργήσει μια καλύτερη ή πιο σταθερή ζωή δεν σημαίνει ότι ευθύνεται για τις δυσκολίες των αδελφών του. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του επιλογές, τις δικές του δυσκολίες και τη δική του διαδρομή.
Η ενοχή μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ισχυρή όταν το άτομο αισθάνεται ότι η προσωπική του εξέλιξη το απομακρύνει από την οικογένεια. Το «τα κατάφερα» μπορεί ασυνείδητα να βιώνεται ως «τους άφησα πίσω». Και τότε η επιστροφή στον ρόλο του ανθρώπου που βοηθά μπορεί να λειτουργεί σαν ένας τρόπος να διατηρηθεί ο δεσμός με την οικογένεια και να μειωθεί αυτή η εσωτερική σύγκρουση.
Η οικογένεια που κουβαλάμε μέσα μας
Το γεγονός ότι οι γονείς έχουν φύγει από τη ζωή δεν σημαίνει ότι οι ρόλοι που δημιουργήθηκαν μέσα στην οικογένεια εξαφανίζονται μαζί τους. Συχνά συνεχίζουμε να κουβαλάμε μέσα μας τον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να υπάρχουμε απέναντι στους άλλους.
Η 33χρονη μπορεί πλέον να είναι ανεξάρτητη, να έχει τη δική της επαγγελματική ζωή και να μην χρειάζεται πρακτικά να «κρατήσει» την οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, ένα παλιότερο κομμάτι του εαυτού της μπορεί να συνεχίζει να πιστεύει ότι αυτό είναι το καθήκον της.
Γι’ αυτό και το «Νιώθω σαν να κουβαλάω αυτή την οικογένεια, αλλά δεν αισθάνομαι ότι ανήκω πραγματικά σε αυτήν» είναι ίσως η πιο σημαντική φράση της ιστορίας. Περιγράφει ένα παράδοξο: βρίσκεται πολύ κοντά στους άλλους μέσα από την ευθύνη, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται απομακρυσμένη συναισθηματικά.
Μπορεί να φροντίζει τους πάντες και παρ’ όλα αυτά να μην αισθάνεται ότι υπάρχει χώρος για εκείνη.
Δεν είναι δική σου δουλειά να τους αλλάξεις
Το πιο δύσκολο σημείο είναι ότι μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς να μπορείς να τον σώσεις.
Η 33χρονη έχει προσπαθήσει να βοηθήσει τα αδέλφια της πολλές φορές. Όμως, όπως περιγράφει, εκείνα συνεχίζουν να παίρνουν αποφάσεις που δημιουργούν προβλήματα στη ζωή τους. Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό για έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να αναλαμβάνει ευθύνες.
Όταν βλέπουμε κάποιον που αγαπάμε να κάνει επιλογές που θεωρούμε λανθασμένες, είναι φυσικό να θέλουμε να παρέμβουμε. Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «είμαι δίπλα σου» και στο «πρέπει να λύσω το πρόβλημά σου».
Η πεποίθηση ότι μπορούμε να κάνουμε τους άλλους καλύτερα μπορεί να γίνει εξαντλητική. Κάποια στιγμή χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τα όριά μας και να αποδεχτούμε ότι δεν έχουμε τον έλεγχο της ζωής ενός άλλου ανθρώπου.
Ο θυμός μπορεί να δείχνει ότι τα όριά σου έχουν ξεπεραστεί
Η αγανάκτηση που νιώθει η γυναίκα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν αγαπά πλέον τα αδέλφια της. Μπορεί να σημαίνει ότι έχει κουραστεί να δίνει περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει.
Ο θυμός, σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα προειδοποιητικό σημάδι. Μπορεί να λέει: «Κάτι εδώ έχει ξεπεράσει τα όριά μου».
Επίσης, ο θυμός μπορεί να είναι η στιγμή κατά την οποία ένα καταπιεσμένο «όχι» αρχίζει επιτέλους να ακούγεται. Για χρόνια, το άτομο μπορεί να έχει μάθει να προσαρμόζεται, να κατανοεί τους άλλους και να δικαιολογεί τη συμπεριφορά τους. Κάποια στιγμή, όμως, ο θυμός εμφανίζεται επειδή ένα κομμάτι του εαυτού του διεκδικεί χώρο.
Αν κάθε φορά που βοηθάμε κάποιον αισθανόμαστε όλο και μεγαλύτερη πικρία, ίσως χρειάζεται να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς συμβαίνει. Μήπως αναλαμβάνουμε ευθύνες που δεν μας ανήκουν; Μήπως λέμε συνεχώς «ναι» επειδή φοβόμαστε ότι θα νιώσουμε ενοχές αν πούμε «όχι»; Μήπως έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ότι η ηρεμία της οικογένειας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς;
Πώς βάζεις όρια χωρίς να εγκαταλείπεις την οικογένειά σου
Το να βάλεις όρια δεν σημαίνει ότι γυρίζεις την πλάτη στους ανθρώπους που αγαπάς. Σημαίνει ότι αποφασίζεις τι μπορείς πραγματικά να προσφέρεις χωρίς να καταστρέφεις τη δική σου ηρεμία.
Μπορείς να βοηθάς όταν το επιλέγεις και όταν έχεις τη δυνατότητα, χωρίς να θεωρείς ότι πρέπει να ανταποκρίνεσαι σε κάθε ανάγκη. Μπορείς να πεις «όχι» σε μια οικονομική βοήθεια που σε δυσκολεύει, να μην απαντήσεις αμέσως σε κάθε κρίση και να μην προσπαθείς να διορθώσεις κάθε λάθος που κάνουν οι άλλοι.
Και κυρίως, μπορείς να αφήσεις στους άλλους την ευθύνη για τις δικές τους αποφάσεις. Αυτό είναι συχνά πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να είναι ο «υπεύθυνος» της οικογένειας, αλλά είναι απαραίτητο για να μπορέσει να προστατεύσει τον εαυτό του.
Η απομάκρυνση δεν χρειάζεται να σημαίνει διακοπή
Η 33χρονη αναρωτιέται πώς μπορεί να «χωρίσει» τον εαυτό της από την οικογένειά της χωρίς να αισθάνεται ενοχές. Ίσως, όμως, το ζητούμενο δεν είναι μια απόλυτη διακοπή επαφής, αλλά μια διαφορετική σχέση μαζί τους.
Μπορεί να υπάρχει αγάπη χωρίς συνεχή εμπλοκή. Μπορεί να υπάρχει ενδιαφέρον χωρίς ανάληψη ευθύνης. Μπορείς να ακούσεις ένα πρόβλημα χωρίς να αισθανθείς ότι πρέπει να το λύσεις. Μπορείς να νοιάζεσαι για κάποιον χωρίς να επιτρέπεις στις επιλογές του να καθορίζουν τη δική σου ζωή.
Η αποδοχή ότι τα αδέλφια σου πιθανότατα δεν θα αλλάξουν όπως θα ήθελες μπορεί να είναι οδυνηρή, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι και απελευθερωτική. Γιατί όταν σταματάς να περιμένεις ότι θα αλλάξεις τους άλλους, μπορείς επιτέλους να αρχίσεις να αλλάζεις τον τρόπο με τον οποίο εσύ σχετίζεσαι μαζί τους.
Η δική σου ζωή δεν είναι λιγότερο σημαντική
Το πιο σημαντικό βήμα για τη γυναίκα είναι να θυμηθεί ότι δεν είναι μόνο αδελφή, κόρη ή ο άνθρωπος που «κρατάει» την οικογένεια. Είναι ένας άνθρωπος με τις δικές του ανάγκες, σχέσεις, φιλίες, επιθυμίες και όρια.
Το να αγαπάς την οικογένειά σου δεν σημαίνει ότι πρέπει να κουβαλάς για πάντα τα προβλήματά της. Μερικές φορές η πιο υγιής μορφή αγάπης είναι να κάνεις ένα βήμα πίσω, να αναγνωρίσεις τα όριά σου και να αφήσεις κάθε άνθρωπο να αναλάβει τη δική του ζωή.
Η πραγματική ελευθερία να αρχίζει όταν δεν χρειάζεται πλέον να είσαι «η δυνατή» για να αισθάνεσαι ότι αξίζεις μια θέση στην οικογένειά σου. Όταν μπορείς να πεις «δεν μπορώ να το λύσω αυτό για σένα» χωρίς να αισθανθείς ότι προδίδεις τον άλλον.
Το να αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζεις τη ζωή του αντί για εκείνον.