Γιώργος Μαζωνάκης: Από τα 15 του τραγουδούσε όλη νύχτα και το πρωί πήγαινε σχολείο – Η συγκλονιστική ζωή του «Μαζώ» που έφυγε ξαφνικά στα 54, από το «Ανήκω σε μένα» και το «Gucci φόρεμα» μέχρι τις Κάννες, την οικογενειακή ρήξη και το Δρομοκαΐτειο

mazonakis

Από τη Νίκαια και το πρώτο του νυχτοκάματο σε ηλικία μόλις 15 ετών, μέχρι τις μεγάλες πίστες, τις επιτυχίες, τις εκκεντρικές εμφανίσεις και την απόλυτη αναγνωρισιμότητα, ο Γιώργος Μαζωνάκης έζησε μια ζωή γεμάτη ένταση και ανατροπές. Μια πορεία με δόξα, αμφισβήτηση, προσωπικές μάχες και στιγμές που τον έφεραν πολλές φορές στο επίκεντρο.


Ίσως, τελικά, ο τίτλος ενός τραγουδιού του να περιγράφει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη διαδρομή του: «Ανήκω σε μένα».

Στην τελευταία του συνέντευξη, πριν δύο μήνες, αναφέρθηκε στη ρήξη με την οικογένειά του, στην ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο τον Αύγουστο του 2025, στον φόβο και στην αίσθηση προδοσίας που ένιωσε, αλλά και στις στιγμές που πίστεψε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει.

«Εμένα με προστάτευσε ο κόσμος», είχε πει τότε, περιγράφοντας μια σχέση με το κοινό που είχε ξεκινήσει πολλές δεκαετίες νωρίτερα.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε από ανακοπή στις 9 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 54 ετών. Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, ο τραγουδιστής είχε μεταβεί σε ιατρείο στο Κολωνάκι προκειμένου να υποβληθεί σε προγραμματισμένη θεραπεία πλασμαφαίρεσης. Μόλις του τοποθετήθηκε φλεβοκαθετήρας, όπως υποστηρίζουν από το ιατρείο, ο Γιώργος Μαζωνάκης αισθάνθηκε πολύ έντονους πόνους στο στήθος και υπέστη ανακοπή.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε σοκ και βαθιά θλίψη, καθώς ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία ο τραγουδιστής είχε επιστρέψει στη δουλειά και έκανε σχέδια για το επόμενο διάστημα.


Δεν έμοιαζε να βρίσκεται σε μια φάση απολογισμού. Αντίθετα, υπήρχαν μπροστά του επόμενες εμφανίσεις και σχέδια, μεταξύ των οποίων και μια συναυλία στην Τεχνόπολη στις 20 Σεπτεμβρίου. Μόλις λίγες ημέρες πριν, μάλιστα, είχε ενημερωθεί από τον δικηγόρο του για θετική εξέλιξη στη γνωστή δικαστική υπόθεση που τον είχε απασχολήσει.

Από τα 15 του στη νύχτα

Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1972 και μεγάλωσε στη Νίκαια. Η οικογένειά του είχε καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης, ενώ ο πατέρας του εργαζόταν στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος.

Από μικρός είχε ξεκαθαρίσει μέσα του τι ήθελε να κάνει. Στο σπίτι άκουγε από Διονυσίου και Πάριο μέχρι Μαρινέλλα και Χαρούλα Αλεξίου, ενώ παράλληλα τον γοήτευε και το ροκ. Ο ίδιος έλεγε από παιδί πως ήθελε να γίνει «ηθοποιός-τραγουδιστής».

Στα 13 του έκανε την πρώτη του τολμηρή κίνηση. Μπήκε στα καμαρίνια της Μαρινέλλας στο REX και συστήθηκε ως «συνάδελφός» της.

Δύο χρόνια αργότερα, το θράσος εκείνης της ηλικίας είχε ήδη μετατραπεί σε πραγματική δουλειά. Πηγαίνοντας κάθε πρωί στο σχολείο του στο Αιγάλεω, περνούσε μπροστά από το «Μουσικό Ρετιρέ». Κάποια στιγμή κατέβηκε από το λεωφορείο, χτύπησε την πόρτα και ζήτησε να τραγουδήσει.

Δεν του έδωσαν αμέσως την ευκαιρία. Εκείνος, όμως, επέστρεφε ξανά και ξανά.

Τελικά, στα 15 του άρχισε να δουλεύει κανονικά. Για μια ολόκληρη σεζόν τραγουδούσε έξι ημέρες την εβδομάδα, τελείωνε γύρω στις έξι ή επτά το πρωί και πήγαινε κατευθείαν στο σχολείο.

Χρόνια αργότερα θα έλεγε πως ουσιαστικά δεν έζησε την εφηβεία του, χωρίς ωστόσο να το αντιμετωπίζει ως παράπονο.

Το «Ανήκω σε μένα» έγινε κάτι περισσότερο από τραγούδι

Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά ήρθε το 1993 με το «Μεσάνυχτα και κάτι». Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το «Με τα μάτια να το λες», ένας δίσκος που περιείχε τραγούδια όπως το «Τρεις το πρωί», το «Μη μου ζητάς», το «Τίποτα» και, φυσικά, το «Ανήκω σε μένα».

Το τραγούδι αυτό, σε μουσική Νίκου Τερζή και στίχους Πάνου Φαλάρα, έμελλε να αποκτήσει ξεχωριστή θέση στην καριέρα του.

Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο Tralala, όταν ρωτήθηκε για τα τραγούδια που τον είχαν σημαδέψει, είχε αναφέρει πρώτο το «Ανήκω σε μένα», μαζί με το «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» και το «Τρεις το πρωί».

Ακόμη και τον Ιούλιο του 2026, σε μία από τις τελευταίες μεγάλες συνεντεύξεις του, επέστρεψε στο ίδιο τραγούδι. Δεν ήθελε να διαλέξει ένα μόνο ως σημαντικότερο της καριέρας του, θεωρούσε όμως ότι για το κοινό του το τραγούδι που είχε συνδεθεί περισσότερο μαζί του ήταν το «Ανήκω σε μένα».

Ήδη από το 1997, όταν ήταν μόλις 25 ετών, είχε εξηγήσει στο MAD TV ότι το τραγούδι απευθυνόταν στους ανθρώπους που έχουν όνειρα, καθώς όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα αγαπημένο όνειρο.

Το δικό του όνειρο, πάντως, είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.

Ο Μαζωνάκης που δεν φοβήθηκε ποτέ να ξεχωρίσει

Η χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του τον έκανε αναγνωρίσιμο από τις πρώτες κιόλας νότες. Για εκείνον, όμως, το τραγούδι δεν ήταν ποτέ μόνο η φωνή.

Η παλιά του επιθυμία να γίνει «ηθοποιός-τραγουδιστής» φαινόταν και στον τρόπο που έστηνε κάθε εμφάνισή του. Ήθελε ακόμη και η διαδρομή από το καμαρίνι μέχρι τη σκηνή να αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης παράστασης, με «αρχή, μέση και τέλος».

Τα καμαρίνια του είχαν τη δική τους αισθητική, ενώ η αγάπη του για τη μόδα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας εικόνας του.

Φούστες, βαμμένα μαλλιά, ιδιαίτερα κοστούμια και επιλογές που αμφισβητούσαν τα στερεότυπα γύρω από την ανδρική εμφάνιση προκάλεσαν σχόλια και χλευασμό, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’90 και στις αρχές των 00s.

Ο ίδιος, όμως, δεν έκανε πίσω.

Το 2017 είχε μιλήσει για τα άσχημα σχόλια που είχε ακούσει στη ζωή του, δηλώνοντας παράλληλα περήφανος που ήταν «τολμηρός» και «υπέρ της αλήθειας».

Και αυτό ήταν ίσως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πορείας του: δεν προσπάθησε να αλλάξει τον εαυτό του για να χωρέσει σε μια εικόνα που θεωρούνταν αποδεκτή.

Από το «Σάββατο» στο «Gucci φόρεμα»

Το 2003 ήρθε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές εκρήξεις της καριέρας του, με το «Σάββατο» και τη συνεργασία του με τον Φοίβο.

Τραγούδια όπως το «Σάββατο», η «Νικοτίνη», το «Απόψε θα σ’ ονειρευτώ», το «Σαν ήμουνα παιδί» και το «Gucci φόρεμα» έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας μιας ολόκληρης εποχής.

Ιδιαίτερα το «Gucci φόρεμα» συμπύκνωνε πολλές από τις αντιθέσεις που χαρακτήριζαν τον ίδιο τον Μαζωνάκη. Τη δυτική Αττική και την Εκάλη, τη λαϊκή νύχτα και το επώνυμο ρούχο, την κοινωνική διαφορά και την επιθυμία.

Ο ίδιος είχε ξεκινήσει από τη Νίκαια, είχε δουλέψει από παιδί και είχε γνωρίσει από κοντά τη δυσκολία. Αργότερα, όμως, έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ακριβοπληρωμένους τραγουδιστές της χώρας.

Παρά την επιτυχία, δεν έπαψε να αναφέρεται στις ρίζες του. Χρόνια αργότερα θυμόταν την εποχή που δυσκολευόταν ακόμη και να φάει και είχε ένα παντελόνι, συγκρίνοντάς την με τη ζωή που είχε ακολουθήσει, όταν μπορούσε πλέον να έχει εκατοντάδες.

Αυτό που είχε σημασία για εκείνον ήταν να παραμένει ο ίδιος άνθρωπος.

Από το Πέραμα στις Κάννες

Ο Μαζωνάκης δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στο τραγούδι. Η σκηνή ήταν για εκείνον ένας χώρος μεταμόρφωσης και παράστασης, κάτι που εξηγεί και την επιλογή του να συμμετάσχει στο «Rocky Horror Show».

Το 2022 έκανε ένα ακόμη βήμα προς την υποκριτική. Πρωταγωνίστησε και ανέλαβε την αφήγηση στη μικρού μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου «Στον Θρόνο του Ξέρξη», παραγωγή του Onassis Culture, η οποία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του 75ου Φεστιβάλ Καννών και κέρδισε το βραβείο Canal+.

Η ιστορία είχε ιδιαίτερη σημασία και για τον ίδιο, καθώς τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Πέραμα, έναν τόπο που συνδεόταν με την επαγγελματική ζωή του πατέρα του.

Στις Κάννες, μιλώντας στο Flix, θυμήθηκε πως όταν ήταν νεότερος συστηνόταν με τη σειρά «ηθοποιός, ερμηνευτής, τραγουδιστής».

Για τον ρόλο του στην ταινία, μάλιστα, είχε μια ξεκάθαρη οδηγία από την Καλογηροπούλου: να αφήσει στην άκρη όλα όσα είχε μάθει να μεγεθύνει πάνω στην πίστα και να παίξει απλά, «χωρίς φανφάρες, χωρίς υπερβολές».

Η ένταση, η επιτυχία και η πίστη

Η ζωή στη νύχτα απαιτούσε από εκείνον τεράστιες αντοχές. Ήδη το 1997, μιλώντας στο MAD TV, είχε περιγράψει βραδιές στις οποίες ένιωθε πως είχε πάρει «αδρεναλίνη για 20 χρόνια».

Παράλληλα, είχε μιλήσει και για τις αλλαγές που προσπάθησε να φέρει στη νυχτερινή διασκέδαση, υποστηρίζοντας ότι οι τραγουδιστές είχαν συμβάλει στο να περιοριστούν σταδιακά τα επταήμερα προγράμματα.

Για τον ίδιο, πάντως, η νύχτα δεν ήταν από μόνη της κάτι επικίνδυνο.

«Όσα μπορείς να πάθεις τη νύχτα μπορείς να τα πάθεις και τη μέρα», είχε πει, επιμένοντας ότι η σχέση του με τη νύχτα καθοριζόταν κυρίως από τις δικές του επιλογές.

Η επιτυχία, αντίθετα, ήταν κάτι που γνώριζε ότι χρειαζόταν διαχείριση. Το 2017 μιλούσε για τη «μάχη με τον εαυτό σου» που απαιτείται για να αντέξει κανείς το βάρος της επιτυχίας.

Η πίστη ήταν επίσης σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Μιλούσε για την οικογένεια, τους φίλους και «κάτι ανώτερο», ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο είχε πει μια φράση που έμεινε χαρακτηριστική:

«Η πίστη και η πίστα με έσωσαν».

Η νέα εποχή και η επιστροφή μέσα από την τηλεόραση

Καθώς άλλαζε ολόκληρη η μουσική βιομηχανία, άλλαξε και ο κόσμος που είχε γνωρίσει ο Μαζωνάκης.

Οι πωλήσεις των δίσκων μειώθηκαν, τα περιοδικά που δημιουργούσαν σταρ άρχισαν να εξαφανίζονται, η νυχτερινή Αθήνα άλλαξε και το YouTube, το streaming και τα social media δημιούργησαν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο.

Εκείνος, όμως, δεν έμεινε πίσω.

Συνέχισε να αναζητά το καινούργιο, συνεργάστηκε με νεότερους καλλιτέχνες και πέρασε στην τηλεόραση, αρχικά μέσα από το «X Factor» και αργότερα ως coach στο «The Voice».

Έτσι, ένα νέο κοινό γνώρισε όχι μόνο τον τραγουδιστή, αλλά και τον άνθρωπο πίσω από τη σκηνική περσόνα: το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μπορούσε να μεταπηδά από μια σοβαρή κουβέντα σε κάτι εντελώς απρόβλεπτο.

Τα τραγούδια του συνέχισαν, άλλωστε, να περνούν από γενιά σε γενιά. Άνθρωποι που ήταν παιδιά ή δεν είχαν καν γεννηθεί όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες του, γνώριζαν και τραγουδούσαν τα κομμάτια του.

Η οικογενειακή ρήξη που άλλαξε τα πάντα

Πίσω από τα τραγούδια, τις μεγάλες επιτυχίες και τη δημόσια εικόνα του, τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γιώργου Μαζωνάκη είχαν σημαδευτεί από μια βαθιά προσωπική κρίση. Η σχέση του με την οικογένειά του, την οποία για πολλά χρόνια ο ίδιος περιέγραφε ως εξαιρετικά στενή, άλλαξε δραματικά, με την εμπιστοσύνη να δίνει τη θέση της στη σύγκρουση, τη δικαστική αντιπαράθεση και, τελικά, σε μια μεγάλη συναισθηματική απόσταση.

Στο επίκεντρο βρέθηκε κυρίως η σχέση του με την αδελφή του, Βάσω Μαζωνάκη, η οποία για δεκαετίες υπήρξε ένας από τους πιο κοντινούς ανθρώπους του, αλλά και βασική συνεργάτιδά του. Η διαφωνία τους για οικονομικά και περιουσιακά ζητήματα οδηγήθηκε στις δικαστικές αίθουσες, ενώ η ακούσια νοσηλεία του τραγουδιστή στο Δρομοκαΐτειο, τον Αύγουστο του 2025, ήρθε να κάνει ακόμη πιο δύσκολη την ήδη τεταμένη κατάσταση. Η οικογενειακή διαμάχη έχει καταγραφεί ως μία από τις πιο έντονες προσωπικές δοκιμασίες που αντιμετώπισε ο Μαζωνάκης τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Από την απόλυτη εμπιστοσύνη στη ρήξη

Πολύ πριν η οικογενειακή διαμάχη πάρει δημόσιες διαστάσεις, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μεγαλώσει σε μια δεμένη οικογένεια και διατηρούσε στενές σχέσεις με τις δύο αδελφές του, Βάσω και Μαρία. Ιδιαίτερα η Βάσω βρισκόταν για πολλά χρόνια στο πλευρό του τόσο ως αδελφή όσο και ως συνεργάτιδα, έχοντας ενεργό ρόλο στη διαχείριση της επαγγελματικής του πορείας.

Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη προσωπικής και επαγγελματικής εμπιστοσύνης έκανε τη ρήξη ακόμη πιο δύσκολη. Η σχέση τους άρχισε σταδιακά να διαταράσσεται και η διαφωνία μεταφέρθηκε τελικά στο πεδίο της δικαιοσύνης. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οικονομικά και περιουσιακά ζητήματα, αλλά και η διαχείριση εταιρειών στις οποίες υπήρχαν κοινά συμφέροντα.

Ιδιαίτερη θέση στη διαμάχη είχε ένα πολυτελές ακίνητο στη Μύκονο. Σύμφωνα με όσα είχαν δημοσιοποιηθεί, ο τραγουδιστής υποστήριζε ότι, όταν αποφάσισε να εξετάσει λεπτομερέστερα τα οικονομικά της εταιρείας που διατηρούσε με την αδελφή του, διαπίστωσε αλλαγές που αφορούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο και τη μετοχική σύνθεση εταιρειών. Η δική του θέση ήταν ότι ορισμένες κινήσεις είχαν γίνει χωρίς τη δική του έγκριση.

Για τον ίδιο, ωστόσο, η υπόθεση δεν αφορούσε πλέον μόνο χρήματα και περιουσιακά στοιχεία. Είχε μετατραπεί σε ζήτημα εμπιστοσύνης και οικογενειακού δεσμού. «Δεν δημιούργησα εγώ το πρόβλημα», είχε πει, εκφράζοντας την αδυναμία του να κατανοήσει πώς είχε φτάσει, στα 50 του χρόνια, να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τόσο βαθιά σύγκρουση μέσα στην ίδια του την οικογένεια.

«Η ζημιά μέσα μου»

Τον Οκτώβριο του 2024, η διαμάχη πήρε και επίσημα τον δρόμο της Δικαιοσύνης, όταν ο Γιώργος Μαζωνάκης προσέφυγε στο Πρωτοδικείο Αθηνών καταθέτοντας δύο αγωγές εναντίον της αδελφής του. Οι δικαστικές κινήσεις αφορούσαν ζητήματα λογοδοσίας και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Πέρα όμως από την οικονομική διάσταση, εκείνο που φαινόταν να τον έχει πληγώσει περισσότερο ήταν η αίσθηση ότι είχε χαθεί κάτι που μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένο: η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους της οικογένειάς του. Ο ίδιος είχε μιλήσει για τη «ζημιά μέσα μου», διαχωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την όποια οικονομική ζημιά από το προσωπικό τραύμα που, όπως περιέγραφε, είχε προκαλέσει η σύγκρουση.

Η οικογενειακή κρίση άρχισε να αποτυπώνεται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μιλούσε δημόσια για τις οικογενειακές σχέσεις. Σε μια χαρακτηριστική αναφορά του είχε πει: «Τα σόγια είναι καταστροφές πολλές φορές, να ξέρετε», μια φράση που τότε είχε συνδεθεί με την προσωπική κατάσταση που βίωνε.

Η ακούσια νοσηλεία στο Δρομοκαΐτειο

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη τον Αύγουστο του 2025, όταν ο Γιώργος Μαζωνάκης μεταφέρθηκε στο Δρομοκαΐτειο έπειτα από εισαγγελική εντολή, προκειμένου να εξεταστεί από ψυχιάτρους. Η εξέλιξη προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, ενώ ο ίδιος αντέδρασε μέσω του δικηγόρου του, υποστηρίζοντας ότι η μεταφορά του είχε γίνει χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεσή του.

Ο Μαζωνάκης συνέδεσε όσα είχαν συμβεί με την ήδη υπάρχουσα οικογενειακή σύγκρουση και υποστήριξε τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Από την άλλη πλευρά, η οικογένειά του έδωσε διαφορετικές διευκρινίσεις για το ποιοι είχαν εμπλακεί στη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι η Βάσω Μαζωνάκη δεν είχε συμμετοχή στην αίτηση και ότι αυτή είχε κατατεθεί από τη μητέρα του και την αδελφή του Μαρία, με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα του.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκδοχές των εμπλεκόμενων πλευρών, η εμπειρία αυτή αποτέλεσε για τον τραγουδιστή ένα ακόμη βαθύ πλήγμα. Αργότερα, αναφερόμενος σε εκείνες τις ημέρες, χρησιμοποίησε ιδιαίτερα βαριές λέξεις για να περιγράψει όσα ένιωθε. «Ήταν τρόμος και προδοσία», είχε πει, συμπυκνώνοντας σε αυτές τις δύο λέξεις τον τρόπο με τον οποίο είχε βιώσει την ακούσια νοσηλεία και όσα είχαν προηγηθεί.

«Ήμασταν μια γροθιά»

Από τα πιο φορτισμένα σημεία των δημόσιων αναφορών του ήταν όσα είχε πει για την οικογένειά του και το πώς είχε αλλάξει η μεταξύ τους σχέση. Ο Μαζωνάκης δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με την εικόνα μιας οικογένειας που, όπως περιέγραφε, κάποτε ήταν ενωμένη και πλέον είχε βρεθεί σε τόσο βαθιά σύγκρουση.

«Ήμασταν μια γροθιά», είχε πει, αναφερόμενος στο παρελθόν και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τότε την οικογένειά του. Η φράση αυτή αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερο βάρος όταν την αντιπαρέβαλλε με όσα είχαν ακολουθήσει, καθώς οι οικογενειακές σχέσεις είχαν πλέον συνδεθεί με δικαστικές υποθέσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και μια έντονη αίσθηση προσωπικής απογοήτευσης.

Ο ίδιος είχε μιλήσει και για την αίσθηση ότι έχανε τη σταθερότητα που μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένη. «Άρχισα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου», είχε εξομολογηθεί, περιγράφοντας το πώς βίωνε την αλλαγή στις σχέσεις του με τους ανθρώπους που βρίσκονταν πιο κοντά του.

Παράλληλα, είχε αναγνωρίσει ότι υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες αισθανόταν εξαντλημένος από όσα συνέβαιναν. «Υπάρχουν φορές που λέω ότι δεν αντέχω άλλο», είχε αναφέρει, αποτυπώνοντας το ψυχολογικό βάρος που, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, είχε συσσωρευτεί μέσα του.

«Εμένα με προστάτεψε ο κόσμος»

Μέσα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε στραφεί ακόμη περισσότερο στη σχέση του με το κοινό. Για έναν άνθρωπο που είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του πάνω στη σκηνή, η αγάπη των θαυμαστών του φαίνεται πως αποτέλεσε ένα σημαντικό αντίβαρο στην προσωπική αναστάτωση που βίωνε.

«Εμένα με προστάτεψε ο κόσμος», είχε πει, αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον ρόλο που έπαιξε η αποδοχή του κοινού σε μια περίοδο κατά την οποία ένιωθε ότι οι οικογενειακοί του δεσμοί είχαν κλονιστεί.

Η οικογενειακή του ιστορία, όπως την είχε περιγράψει ο ίδιος, δεν ήταν επομένως απλώς μια δικαστική διαμάχη για οικονομικά και περιουσιακά ζητήματα. Ήταν κυρίως η ιστορία μιας σχέσης εμπιστοσύνης που άλλαξε δραματικά, μιας οικογένειας που κάποτε περιέγραφε ως «μια γροθιά» και μιας προσωπικής πληγής που, όπως έδειχναν τα λόγια του, παρέμενε ανοιχτή μέχρι το τέλος.

«Ανήκω σε μένα» μέχρι το τέλος

Το «Ανήκω σε μένα» είχε κυκλοφορήσει όταν ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν μόλις 22 ετών. Τότε βρισκόταν ακόμη στην αρχή μιας διαδρομής που κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο μακριά θα έφτανε.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, μετά τις μεγάλες πίστες, τους δίσκους, τις επιτυχίες, τις συνεργασίες, τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, τις περιόδους αποθέωσης αλλά και αμφισβήτησης, ο τίτλος του τραγουδιού έμοιαζε να αποκτά μια διαφορετική βαρύτητα.

Όχι επειδή οι στίχοι προέβλεπαν όσα θα ακολουθούσαν, αλλά επειδή η ίδια η πορεία του Μαζωνάκη είχε συνδεθεί με αυτή την ανάγκη να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του.

Το έκανε όταν στα 15 του αποφάσισε μόνος του να μπει στη νύχτα. Το έκανε όταν επέλεξε να εμφανίζεται διαφορετικά από αυτό που περίμενε η εποχή από έναν λαϊκό τραγουδιστή. Το έκανε όταν δοκίμασε την υποκριτική, όταν συνεργάστηκε με νεότερους καλλιτέχνες και όταν επέστρεφε κάθε φορά στη σκηνή με νέες ιδέες.

Και τελικά, η μεγαλύτερη σύγκρουση της ζωής του συνδέθηκε ακριβώς με αυτό: με το δικαίωμά του να έχει τον πρώτο λόγο στη ζωή και στις υποθέσεις του.

Ίσως γι’ αυτό, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τίτλο, το «Ανήκω σε μένα» να έμεινε δεμένο με το όνομά του.

Το 2017, μιλώντας για την επιτυχία, είχε δώσει μια πολύ διαφορετική εικόνα από εκείνη του ατσαλάκωτου σταρ. Είχε πει:

«Χρειάζεται να δώσεις μάχη με τον εαυτό σου για να φέρεις την επιτυχία σε ένα ίσιο επίπεδο κι αυτός ο αγώνας δεν σταματάει ποτέ μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου».

Σχετικά άρθρα