Λίγα πράγματα είναι τόσο παραλυτικά όσο ο φόβος ότι θα πάρουμε τη λάθος απόφαση. Για πολλούς ανθρώπους, η σκέψη μιας επιλογής που μπορεί αργότερα να μετανιώσουν γίνεται αρκετή για να τους κρατήσει σε μια διαρκή αναμονή. Αναβάλλουν, αμφιβάλλουν, εξετάζουν ξανά και ξανά όλα τα ενδεχόμενα και τελικά προτιμούν την ασφάλεια της αβεβαιότητας από το ρίσκο μιας ξεκάθαρης επιλογής. Μόνο που, όσο προσπαθούμε να αποφύγουμε τη λάθος απόφαση, μπορεί τελικά να μένουμε ακίνητοι μπροστά στη ζωή μας.
Η μετάνοια μας φοβίζει τόσο πολύ επειδή αγγίζει μερικά από τα πιο βαθιά υπαρξιακά μας άγχη. Μας θυμίζει ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος και ότι δεν μπορούμε να ξαναζήσουμε τη ζωή μας από την αρχή. Κάθε επιλογή έχει συνέπειες και κάθε δρόμος που παίρνουμε σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι δρόμοι μένουν πίσω. Ταυτόχρονα, οι αποφάσεις μας μάς φέρνουν αντιμέτωπους με ένα δύσκολο ερώτημα: Ζούμε πραγματικά όπως θα θέλαμε ή απλώς ακολουθούμε αυτό που περιμένουν από εμάς οι άλλοι;
Γιατί η μετάνοια μας πονάει τόσο
Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία αντιμετωπίζει πολλά από αυτά τα ερωτήματα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Irvin Yalom έχει περιγράψει τέσσερις βασικές συνθήκες που όλοι, με διαφορετικό τρόπο, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε: τη θνητότητα, την υπαρξιακή μοναξιά, την ελευθερία και την αναζήτηση νοήματος.
Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε ότι ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος, ότι κανείς δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή για λογαριασμό μας, ότι είμαστε υπεύθυνοι για πολλές από τις επιλογές μας και ότι συχνά πρέπει να δημιουργήσουμε μόνοι μας ένα νόημα μέσα σε έναν κόσμο που δεν μας δίνει πάντα έτοιμες απαντήσεις.
Αντί, λοιπόν, να προσπαθούμε διαρκώς να αποφεύγουμε αυτά τα δύσκολα συναισθήματα, η υπαρξιακή προσέγγιση υποστηρίζει ότι το να τα κοιτάξουμε κατάματα μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε πιο συνειδητά. Η επίγνωση ότι ο χρόνος περνά μπορεί να μας κάνει να εκτιμήσουμε περισσότερο τη ζωή, ενώ η αποδοχή του γεγονότος ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα μπορεί να μας βοηθήσει να χρησιμοποιήσουμε καλύτερα την ελευθερία που πραγματικά έχουμε.
Δεν μετανιώνουμε όλες τις επιλογές με τον ίδιο τρόπο
Η μετάνοια είναι αναπόφευκτη. Κάθε φορά που επιλέγουμε έναν δρόμο, αφήνουμε έναν άλλον πίσω. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή μας αν είχαμε κάνει μια διαφορετική επιλογή, και αυτή η άγνωστη «παράλληλη ζωή» μπορεί να γίνει αντικείμενο ατελείωτης σκέψης.
Γιατί, όμως, κάποιες επιλογές τις αφήνουμε πίσω μας ενώ άλλες επιστρέφουν ξανά και ξανά στο μυαλό μας;
Μια απάντηση δίνει η ψυχολόγος Marijo Lucas, η οποία μιλά για την έννοια της υπαρξιακής μετάνοιας. Σύμφωνα με την προσέγγισή της, πίσω από τη μετάνοια βρίσκονται δύο βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι το υπαρξιακό άγχος: η συνειδητοποίηση ότι το παρελθόν δεν αλλάζει και ότι πρέπει να ζήσουμε με τις συνέπειες των επιλογών μας.
Το δεύτερο είναι η υπαρξιακή ενοχή. Αυτή εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε ότι δεν σταθήκαμε πιστοί στον εαυτό μας. Όταν, δηλαδή, κοιτάμε πίσω και νιώθουμε ότι πήραμε μια απόφαση που δεν ταίριαζε με τις αξίες, τις ανάγκες ή τις βαθύτερες επιθυμίες μας.
Μπορεί να αφορά μια δουλειά που δεν τολμήσαμε ποτέ να διεκδικήσουμε, μια σχέση στην οποία μείναμε ενώ γνωρίζαμε ότι δεν μας έκανε καλό ή μια σημαντική στιγμή κατά την οποία επιλέξαμε αυτό που ήταν εύκολο και ασφαλές αντί για αυτό που πραγματικά θέλαμε.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «έκανα τη σωστή επιλογή;»
Το πιο χρήσιμο ερώτημα δεν είναι αν πήραμε τη σωστή απόφαση, αλλά αν η απόφαση ήταν πραγματικά δική μας.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε εκ των προτέρων ποια επιλογή θα οδηγήσει στην καλύτερη δυνατή ζωή. Μπορούμε, όμως, να προσπαθήσουμε να αποφασίζουμε με βάση όσα γνωρίζουμε και όσα έχουν σημασία για εμάς τη δεδομένη στιγμή. Όταν έχουμε κάνει μια συνειδητή επιλογή και έχουμε παραμείνει κοντά στις αξίες μας, είναι συχνά ευκολότερο να αποδεχτούμε αργότερα ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περιμέναμε.
Αντίθετα, όταν αισθανόμαστε ότι προδώσαμε τον εαυτό μας για να ικανοποιήσουμε τις προσδοκίες των άλλων, να αποφύγουμε την απόρριψη ή απλώς να μην αντιμετωπίσουμε το άγχος της αλλαγής, η μετάνοια μπορεί να γίνει πολύ πιο έντονη.
Η αυθεντικότητα δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε πάντα ποιοι είμαστε ή ότι έχουμε μια μοναδική και σταθερή «αληθινή» εκδοχή του εαυτού μας. Ο άνθρωπος είναι πολύ πιο σύνθετος από αυτό. Σημαίνει περισσότερο ότι προσπαθούμε να αναλάβουμε την ευθύνη για τις επιλογές μας και να δημιουργήσουμε τη ζωή μας μέσα από αυτές, αντί να αφήνουμε αποκλειστικά τους κοινωνικούς κανόνες, τις προσδοκίες και τον φόβο να αποφασίζουν για εμάς.
Η ζωή χτίζεται από μικρές επιλογές
Συχνά φανταζόμαστε ότι η ζωή αλλάζει μέσα από μερικές μεγάλες, καθοριστικές αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, διαμορφώνεται μέσα από χιλιάδες μικρές επιλογές που επαναλαμβάνουμε καθημερινά. Το πώς μιλάμε στον εαυτό μας, ποιους ανθρώπους αφήνουμε κοντά μας, πότε λέμε «ναι» και πότε λέμε «όχι», αν μένουμε σε μια κατάσταση που δεν μας εκφράζει ή αν τολμάμε να κάνουμε ένα βήμα προς κάτι άγνωστο.
Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννηθήκαμε, τον χρόνο που περνά ή όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Έχουμε, όμως, έναν βαθμό ελευθερίας ως προς το πώς θα ανταποκριθούμε σε αυτά.
Κάθε μικρή επιλογή μπορεί να μας φέρει λίγο πιο κοντά στη ζωή που θέλουμε ή λίγο πιο μακριά από αυτήν. Γι’ αυτό και η αυθεντικότητα δεν είναι μια μεγάλη, θεαματική απόφαση. Είναι μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται καθημερινά.
Μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας με το παρελθόν
Η μετάνοια δεν αφορά μόνο το τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάμε πίσω. Μπορούμε να παραμείνουμε εγκλωβισμένοι σε σκέψεις του τύπου «αν είχα κάνει τότε αυτό…» ή «αν δεν είχα γνωρίσει εκείνον τον άνθρωπο…» ή μπορούμε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι μας δίδαξε εκείνη η περίοδος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δικαιολογούμε ό,τι μας συνέβη ή ότι πρέπει να θεωρούμε κάθε δύσκολη εμπειρία «για καλό». Ιδιαίτερα όταν έχουμε βιώσει τραύμα, αδικία ή απώλεια, η αποδοχή δεν σημαίνει ότι θεωρούμε σωστό αυτό που συνέβη.
Σημαίνει κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο, δηλαδή να αναγνωρίζουμε ότι το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει και να προσπαθούμε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε εμείς με αυτό που μας άφησε.
Ο Nietzsche χρησιμοποίησε την έννοια amor fati, δηλαδή «αγάπη της μοίρας», για να περιγράψει μια ριζική αποδοχή της ζωής όπως έχει υπάρξει. Δεν πρόκειται απλώς για το να αντέχουμε όσα μας συνέβησαν, αλλά για μια προσπάθεια να πάψουμε να πολεμάμε διαρκώς την ιστορία μας και να αναγνωρίσουμε ότι ακόμη και οι δύσκολες εμπειρίες αποτελούν μέρος αυτού που γίναμε.
Η ζωή δεν χρειάζεται να είναι απαλλαγμένη από τη μετάνοια
Ο στόχος δεν είναι να ζήσουμε μια ζωή χωρίς λάθη και χωρίς μετάνοιες, γιατί αυτό θα ήταν αδύνατο. Όσο περισσότερες επιλογές έχουμε, τόσο περισσότερους δρόμους αφήνουμε πίσω μας.
Το ζητούμενο είναι να μπορούμε να κοιτάμε τις αποφάσεις μας με περισσότερη κατανόηση. Να αναρωτιόμαστε τι θέλαμε τότε, τι γνωρίζαμε τότε και τι μπορούσαμε πραγματικά να κάνουμε. Να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας χωρίς να μετατρέπουμε κάθε λάθος σε καταδίκη του εαυτού μας.
Η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι το «Πώς θα αποφύγω να μετανιώσω;», αλλά το «Πώς θέλω να επιλέγω από εδώ και πέρα;»
Όπως είπαμε δεν γίνεται να επιστρέψουμε στο παρελθόν και να αλλάξουμε τις αποφάσεις μας. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να χρησιμοποιήσουμε όσα μάθαμε από αυτές για να κάνουμε την επόμενη επιλογή λίγο πιο συνειδητά, λίγο πιο γενναία και λίγο πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά έχει σημασία για εμάς.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή δεν είναι να πάρεις τη λάθος απόφαση και να κάνεις τη λάθος επιλογή, αλλά να αφήσεις τον φόβο της μετάνοιας να σε κρατήσει αιώνια ακίνητο!