Πώς μαθαίνουμε να νιώθουμε ασφάλεια χωρίς κανέναν δίπλα μας;

anastasia-zhenina-little-baby-hands-unsplash

Υπάρχουν στιγμές που το να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας μοιάζει απαραίτητο. Να κλείσουμε την πόρτα, να απομακρυνθούμε για λίγο από όλους και όλα και να έχουμε χρόνο να σκεφτούμε, να ξεκουραστούμε ή απλώς να μην κάνουμε τίποτα.


Όμως αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.

Για κάποιους ανθρώπους, η μοναξιά δεν φέρνει ηρεμία. Αντίθετα, φέρνει ένταση, ανησυχία και την αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να βρίσκονται σε εγρήγορση. Ακόμη και όταν δεν συμβαίνει τίποτα, το μυαλό συνεχίζει να «δουλεύει», να ελέγχει και να περιμένει μήπως προκύψει κάποιο πρόβλημα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική σκέψη, η ικανότητα να είμαστε μόνοι δεν είναι κάτι που απλώς έχουμε ή δεν έχουμε. Είναι μια δεξιότητα που χτίζεται σταδιακά μέσα από τις σχέσεις μας με τους άλλους.

Μαθαίνουμε να είμαστε μόνοι όταν έχουμε νιώσει ότι κάποιος είναι δίπλα μας

Ο Βρετανός ψυχαναλυτής Ντόναλντ Γουίνικοτ υποστήριζε μια φαινομενικά παράδοξη ιδέα: για να μάθει ένας άνθρωπος να είναι πραγματικά μόνος, πρέπει πρώτα να έχει βιώσει την ασφάλεια του να είναι μόνος παρουσία κάποιου άλλου.

Με απλά λόγια, ένα παιδί χρειάζεται να αισθανθεί ότι υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα του που το στηρίζει, χωρίς να το ελέγχει συνεχώς και χωρίς να εισβάλλει σε κάθε του στιγμή. Όταν αυτή η εμπειρία επαναλαμβάνεται, η αίσθηση ασφάλειας αρχίζει σταδιακά να γίνεται εσωτερική.


Έτσι, μεγαλώνοντας, δεν χρειάζεται να υπάρχει πάντα κάποιος δίπλα μας για να νιώθουμε ασφαλείς. Μπορούμε να έχουμε την αίσθηση ότι «κάποιος είναι εκεί», ακόμη κι όταν στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μόνοι.

Αυτό είναι που μπορεί να κάνει τη μοναχικότητα έναν χώρο ξεκούρασης και όχι έναν χώρο φόβου.

Όταν όμως το μυαλό δεν μπορεί να «κατεβάσει διακόπτη»

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να είμαστε σωματικά μόνοι και στο να μπορούμε πραγματικά να χαλαρώσουμε όταν είμαστε μόνοι.

Μπορεί κάποιος να βρίσκεται σε ένα ήσυχο σπίτι, χωρίς καμία άμεση υποχρέωση, και παρ’ όλα αυτά το μυαλό του να βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού. Να σκέφτεται τι μπορεί να πάει στραβά, να ελέγχει αν όλα είναι εντάξει, να οργανώνει συνεχώς το επόμενο βήμα και να αισθάνεται ότι δεν επιτρέπεται να χαλαρώσει.

Ο ψυχαναλυτής Ουίλφρεντ Μπίον βοηθά να καταλάβουμε αυτή την κατάσταση. Σύμφωνα με τη θεωρία του, για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε τα συναισθήματά μας και να τα μετατρέψουμε σε σκέψεις, χρειαζόμαστε ένα αίσθημα ψυχικής ασφάλειας και υποστήριξης.

Όταν όμως συμβαίνουν πάρα πολλά ταυτόχρονα και δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να τα επεξεργαστούμε, το μυαλό μπορεί να παραμένει σε εγρήγορση και τότε η μοναξιά δεν μοιάζει με διάλειμμα, αλλά με ακόμη μια καταναγκαστική βάρδια.

Δεν χρειάζεται να είμαστε γονείς για να το βιώσουμε

Αυτό δεν αφορά μόνο τους νέους γονείς ή ανθρώπους που περνούν μια περίοδο πένθους. Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε αισθάνεται ότι πρέπει να τα διαχειριστεί όλα μόνος του.

Η απώλεια μιας δουλειάς, οικονομικές δυσκολίες, προβλήματα υγείας, ανασφάλεια για το σπίτι ή το μέλλον, μια δύσκολη οικογενειακή κατάσταση ή μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μπορούν να κάνουν το μυαλό να λειτουργεί διαρκώς σαν να περιμένει κάτι κακό.

Σε αυτές τις περιόδους, ο χρόνος που περνάμε μόνοι μας μπορεί να γεμίζει με σκέψεις, υπολογισμούς και σενάρια. Αντί να ξεκουραζόμαστε, συνεχίζουμε να «κρατάμε» τα πάντα μέσα στο κεφάλι μας.

Όταν η υπευθυνότητα γίνεται συνεχής έλεγχος

Πολλές φορές νομίζουμε ότι η υπευθυνότητα και η οργάνωση είναι σημάδια ωριμότητας. Όταν κάποιος φροντίζει τους πάντες, τα θυμάται όλα και είναι πάντα ένα βήμα μπροστά, φαίνεται δυνατός.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η ανάγκη για απόλυτο έλεγχο δείχνει συχνά ότι έχουμε φορτωθεί περισσότερα απ’ όσα αντέχουμε. Όταν νιώθουμε πως κανείς άλλος δεν θα κρατήσει το βάρος, το μυαλό μας δεν κλείνει ποτέ και δυσκολευόμαστε να χαλαρώσουμε ακόμα και όταν είμαστε εντελώς μόνοι.

Η στήριξη των άλλων δεν είναι αδυναμία

Ένα από τα σημαντικά σημεία αυτής της ψυχαναλυτικής προσέγγισης είναι ότι η ψυχική ανθεκτικότητα δεν δημιουργείται πάντα μέσα από την απόλυτη ανεξαρτησία.

Χρειαζόμαστε και τους άλλους δίπλα μας, χρειαζόμαστε ανθρώπους στους οποίους μπορούμε να στηριχθούμε, να μοιραστούμε ευθύνες, να μιλήσουμε χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε λύση σε όλα και να νιώσουμε ότι δεν είμαστε οι μοναδικοί υπεύθυνοι για τα πάντα.

Όταν κάποιος άλλος σηκώσει ένα μέρος του βάρους μας, το μυαλό μας ηρεμεί και απελευθερώνεται χώρος για σκέψη, ξεκούραση και αληθινά συναισθήματα.

Το πένθος δεν σημαίνει απλώς ότι «ξεπερνάμε» μια απώλεια

Η ψυχαναλύτρια Μέλανι Κλάιν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο επεξεργαζόμαστε το πένθος και την απώλεια.

Για την Κλάιν, το πένθος δεν σημαίνει απλώς ότι αφήνουμε πίσω μας έναν άνθρωπο ή μια κατάσταση. Σημαίνει ότι μαθαίνουμε σταδιακά να κρατάμε μέσα μας τα διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα συναισθήματα που συνδέονται με μια σχέση.

Μπορεί δηλαδή να μας λείπει κάποιος και ταυτόχρονα να θυμόμαστε τις στιγμές που τσακωθήκαμε μαζί του, ή να αγαπάμε κάποιον βαθιά και να έχουμε θυμό μέσα μας.

Η ψυχική ωριμότητα δεν απαιτεί να επιλέξουμε μόνο τη μια πλευρά. Μας επιτρέπει να αντέξουμε την πολυπλοκότητα.

Η ασφάλεια μας επιτρέπει να αφήσουμε λίγο τον έλεγχο

Όταν προσπαθούμε συνεχώς να προστατεύσουμε τους πάντες και να προβλέψουμε κάθε πιθανό πρόβλημα, ζούμε σε διαρκή ένταση. Όμως η αληθινή ξεκούραση ξεκινάει όταν καταλάβουμε ότι δεν γίνεται να τα ελέγχουμε όλα.

Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την αβεβαιότητα, αποδεχόμενοι ότι μπορούμε να κάνουμε λάθη, ότι οι άνθρωποι γύρω μας είναι ταυτόχρονα δυνατοί και ευάλωτοι, και ότι ο κόσμος συνεχίζει να είναι ένα μέρος όπου αξίζει να ζούμε παρά τις δυσκολίες του.

Η μοναξιά δεν είναι το αντίθετο της σύνδεσης

Τελικά, η ικανότητα να είμαστε μόνοι δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε κανέναν δίπλα μας.

Οι ασφαλείς σχέσεις μας βοηθούν να δημιουργήσουμε μέσα μας ένα αίσθημα σταθερότητας. Με τον χρόνο, η παρουσία των ανθρώπων που μας στήριξαν μπορεί να γίνει ένα εσωτερικό αίσθημα ασφάλειας.

Τότε μπορούμε να μείνουμε μόνοι χωρίς να αισθανόμαστε εγκαταλελειμμένοι. Μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς να πρέπει να λύσουμε τα πάντα, να ξεκουραστούμε χωρίς ενοχές, να παίξουμε, να γελάσουμε και να μην ξέρουμε τι θα γίνει μετά.

Το να μπορούμε να είμαστε καλά μόνοι μας δεν είναι μια δεξιότητα που κατακτάμε μια για πάντα.

Την ξαναμαθαίνουμε κάθε φορά που περνάμε μια δύσκολη περίοδο, κάθε φορά που χάνουμε κάτι σημαντικό και κάθε φορά που επιτρέπουμε σε κάποιον άλλον να μας στηρίξει.

Σχετικά άρθρα