Αρχική / Ψυχολογία (page 1172)

Ψυχολογία

Είναι έτοιμο το παιδί μου να ξεκινήσει το Δημοτικό;  thumbnail

Είναι έτοιμο το παιδί μου να ξεκινήσει το Δημοτικό;

H κυρία Βασιλική Ρότσικα – Φραγκάκη, επίκουρη καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας Παιδιών και Εφήβων, εξηγεί υπό ποιες προϋποθέσεις τα παιδιά μπορούν να διαβούν το κατώφλι του Δημοτικού σχολείου και να ανταποκριθούν με επιτυχία στις μαθησιακές απαιτήσεις που αυτό συνεπάγεται.

Από ποια ηλικία εγγράφεται το παιδί στο Δημοτικό σχολείο;

Κάθε παιδί μπορεί να αρχίσει το Δημοτικό Σχολείο σε μια ορισμένη ηλικία, από 5 ετών και 9 μηνών έως 6 ετών και 9 μηνών. Ωστόσο δεν είναι όλα τα παιδιά έτοιμα να αρχίσουν τη σχολική μάθηση στην ίδια ηλικία.

Προϋποθέτει κάποιες ικανότητες η φοίτηση στο Δημοτικό;

Στη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας, δηλαδή μεταξύ 3 και 5 ετών αναπτύσσονται πολλές ικανότητες τόσο κινητικές όσο γνωστικές και συναισθηματικές.

Το παιδί που πρόκειται να φοιτήσει στην πρώτη τάξη πρέπει να έχει αναπτύξει τις κινητικές του ικανότητες, δηλαδή να μπορεί να πιάσει το μολύβι σωστά και να αντιγράψει απλά σχήματα όπως π.χ ένα τετράγωνο ή να ζωγραφίσει  ανθρώπους ή σπιτάκια. Αυτή η ικανότητα είναι πολύ σημαντική για να μπορεί να κατακτήσει τη γραφή.

Ποια άλλη ικανότητα είναι απαραίτητη;

Το παιδί που έχει κατακτήσει πλήρως την μητρική του γλώσσα, έχει πλούσιο λεξιλόγιο, που καταλαβαίνει πολύπλοκες οδηγίες, που μπορεί να διηγηθεί ένα παραμύθι ή ένα γεγονός που του συνέβη, είναι έτοιμο να φοιτήσει στην Α´ Δημοτικού.

Τι άλλο χρειάζεται για να επιτύχει  στο σχολείο;

Το παιδί είναι έτοιμο να πάει στο σχολείο όταν έχει καλή μνήμη, μπορεί να αναγνωρίσει τα ίδια σχήματα ή να βρει τις διαφορές μεταξύ δύο σχημάτων, καταλαβαίνει αντίθετες έννοιες όπως π.χ. μακρύ-κοντό , κάνει απλούς συλλογισμούς και μπορεί να μάθει καινούργιες έννοιες.

Η δυνατότητα συγκέντρωσης για λίγο χρονικό διάστημα, η ικανότητα να ακολουθεί οδηγίες και να υπακούει σε κανόνες, να κάνει σχέσεις με συνομηλίκους και να μπορεί να ρυθμίσει την συμπεριφορά του όταν π.χ. θυμώνει είναι σημαντικά, για τη σχολική ένταξη.

Κι αν το παιδί μου δεν είναι έτοιμο;

Θα αναζητήσετε τη γνώμη ενός ειδικού (Ψυχολόγου, Λογοπεδικού, Εργοθεραπευτή) και αν το παιδί δεν είναι έτοιμο για το σχολείο, θα χρειαστεί  ίσως  να επαναλάβει το νηπιαγωγείο ή να κάνει κατάλληλη θεραπεία στον τομέα που έχει ελλείψεις.

Η επανάληψη του νηπιαγωγείου είναι πολύ ωφέλιμη γιατί θα του δώσει την δυνατότητα να αναπτύξει τις ικανότητες του και να ωριμάσει συναισθηματικά και θα το ετοιμάσει ώστε να  φοιτήσει με επιτυχία στο σχολείο.

Γιατί ένα παιδί μπορεί να έχει άγχος;  thumbnail

Γιατί ένα παιδί μπορεί να έχει άγχος;

Ο κ Στέλιος Στυλιανίδης, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, επιστημονικός διευθυντής της ΕΠΑΨΥ, χαρτογραφεί το ευαίσθητο πεδίο του παιδικού  άγχους.

-Που οφείλεται το παιδικό άγχος;
Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο και μεμονωμένο που ευθύνεται για την εκδήλωση του άγχους, αλλά φαίνεται περισσότερο να οφείλεται σε έναν συγκερασμό συνθηκών. Έρευνες έχουν δείξει ότι κοινωνικοί και δημογραφικοί παράγοντες συμβάλλουν στο να εκδηλώσει το άτομο άγχος.

Οι οικογενειακοί παράγοντες και κυρίως οι διαπροσωπικές σχέσεις παιδιού και γονέα, έχουν και αυτοί θέση  στην εκδήλωση άγχους. Έχει παρατηρηθεί ότι η υπερπροστασία (οι γονείς προφυλάσσουν τα παιδιά,   αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες παραγνωρίζοντας τις δυνατότητες των παιδιών τους), ο υπερβολικός έλεγχος (παρεμβαίνουν στις δραστηριότητες τους, περιορίζουν την ατομικότητα των παιδιών, τους παραχωρούν ελάχιστη αυτονομία), η αποφυγή (αποφεύγουν συγκεκριμένες συνθήκες, καθώς τις αναγνωρίζουν ως επικίνδυνες,  εκδηλώνοντας σημαντικό άγχος,ενισχύουν την αποφυγή ως στρατηγική και καθοδηγούν τα παιδιά να φοβούνται), οι αρνητικές προσδοκίες (διατηρούν αρνητικές πεποιθήσεις και συμβάλλουν ώστε τα παιδιά να εκφράζουν ανησυχία σχετικά με το αν μπορούν να τα καταφέρουν), η απόρριψη, οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες, σχετίζονται με την εμφάνιση προβλημάτων άγχους.

Τέλος υπάρχουν και οι ατομικοί παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο, όπως η ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η εσωστρέφεια, η εξάρτηση από ενηλίκους κα

-Το άγχος αφορά παιδιά όλων των ηλικιών;

Ναι, παιδιά κάθε ηλικίας είναι δυνατόν να βιώσουν στρες, καθώς δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστα από τις αλλαγές που συμβαίνουν στο οικογενειακό-κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον το οποίο τα αφορά άμεσα.
Τα μικρά παιδιά μπορεί να εμφανίσουν άγχος λόγω της μετάβασης τους στο επόμενο στάδιο ανάπτυξής τους (π.χ. το βάδισμα, η χρήση τουαλέτας, η κοινωνικοποίηση με τη μεταφορά σε σχολείο). Θεωρείται όμως είναι παραγωγικό και  στο πλαίσιο της αυτονομίας τους.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το άγχος προκαλείται από διάφορα γεγονότα ζωής, τα οποία ενδέχεται να  αποσυντονίσουν  τα παιδιά.  Όλοι μας μπορεί να έχουμε βιώσει τέτοιες καταστάσεις, αλλά να μην είχαμε δώσει την πρέπουσα σημασία.
Το διαζύγιο των γονιών ή οι καθημερινές διαμάχες ανάμεσα στο ζευγάρι, μπορεί να δημιουργήσουν σε ένα παιδί το αίσθημα της μοναξιάς  και της ανασφάλειας. Η μετακόμιση είναι σημαντική αιτία άγχους, γιατί τα παιδιά πρέπει να αλλάξουν σχολείο, να αποχωριστούν τους φίλους τους, τη γειτονιά τους, πράγματα που τους προκαλούν σύγχυση και φόβο μπροστά στο νέο και άγνωστο που τους περιμένει. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, ακόμη και κατοικίδιου ζώου, είναι αιτία που συμβάλλει στην εμφάνιση έντονου στρες.

Το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων τους παίζει σημαντικό ρόλο, διότι αν είναι αρκετά πιεσμένο και τα παιδιά δεν έχουν χρόνο για παιχνίδι και ξεκούραση, τότε πιθανόν να κάνουν την εμφάνισή τους συναισθήματα άγχους και υπερέντασης. Επίσης τα συμπτώματα άγχους μπορούν να εμφανιστούν όταν οι ίδιοι οι γονείς θέτουν υπερβολικούς στόχους στα παιδιά, τα οποία στην προσπάθειά τους να αποφύγουν μια πιθανή απόρριψη, κάνουν τα πάντα για να τα καταφέρουν, με αποτέλεσμα να κορυφώνεται η αγωνία τους και η πίεση για την επιτυχία.

-Πώς το αντιμετωπίζουμε;
Οι τρόποι αντιμετώπισης του άγχους δεν εφαρμόζονται το ίδιο όλοι και σε όλους, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσωπικότητα του καθενός είναι διαφορετική. Το άγχος επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό, γι’ αυτό αρχικά θα πρέπει να φροντίζουμε τα παιδιά να τρέφονται σωστά, να ξεκουράζονται  επαρκώς και να κοιμούνται τις απαραίτητες ώρες. Να τα παροτρύνουμε σε σωματικές  δραστηριότητες (π.χ. κολύμπι, ποδόσφαιρο, χορός) για εκτόνωση και χαλάρωση. Να τονώνουμε την αυτοεκτίμησή τους, την αυτοπεποίθησή τους και να αποφεύγουμε τη σύγκριση με άλλους. Να τους αφιερώνουμε την προσοχή  που τους αξίζει και χρόνο (παιχνίδι, συζήτηση) για να νιώθουν ότι είμαστε δίπλα τους. Επίσης, καλό είναι να τα βοηθάμε να οργανώσουν το χρόνο τους, γιατί   τα παιδιά δεν έχουν τόσο καλή αίσθηση του χρόνου όσο οι ενήλικες και δεν μπορούν να χειριστούν από μόνα τους την συσσώρευση πολλών δραστηριοτήτων.  Ενισχύουμε τις φιλίες και με άλλα άτομα, ώστε να μπορεί να συζητάει και με κάποιον τρίτο. Μεγάλη σημασία έχει η σωματική επαφή. Αγκαλιάζουμε και αγγίζουμε τα παιδιά συχνά, προκειμένου να τα καθησυχάσουμε. Να τους αναφέρουμε ότι κι εσείς κάναμε λάθη ή αντιμετωπίσαμε αντίστοιχες δυσκολίες στην ηλικία τους και ότι τα ξεπεράσαμε. Τα μαθαίνουμε να χειρίζονται το θυμό τους. Η κριτική των άλλων, των δασκάλων, των συγγενών, των φίλων αποτελεί πηγή άγχους, ειδικά αν το παιδί δεν ξέρει πώς να την αντιμετωπίσει. Το δικαίωμα να λέει «όχι» όταν κάτι δεν του αρέσει, αλλά και το δικαίωμα να υπερασπίζεται τον εαυτό του, μειώνουν προβλήματα συμπεριφοράς και εκδήλωσης άγχους.

Πώς μπορώ να προστατέψω το παιδί μου από τους εκβιασμούς μέσω Διαδικτύου;  thumbnail

Πώς μπορώ να προστατέψω το παιδί μου από τους εκβιασμούς μέσω Διαδικτύου;

Ο κ. Γεώργιος Φλώρος, Ψυχίατρος Ενηλίκων, M.Sc, υποψήφιος διδάκτωρ του Αριστοτέλειου εξηγεί πως τα παιδιά μας μπορούν να πέσουν θύματα εκφοβισμού μέσω του Διαδικτύου και με ποιο τρόπο μπορούμε να τα προστατέψουμε.

Πώς γίνεται ο εκφοβισμός μέσω του Διαδικτύου (Cyber Bullying);

Ο εκφοβισμός μέσω του Διαδικτύου είναι οποιαδήποτε πράξη εκφοβισμού, επιθετικότητας, παρενόχλησης, τρομοκρατικής ή αυταρχικής συμπεριφοράς που πραγματοποιείται μέσω της χρήσης των ψηφιακών συσκευών επικοινωνίας, συγκεκριμένα  του Διαδικτύου και των κινητών τηλεφώνων και η οποία επαναλαμβάνεται ανά τακτά ή άτακτα χρονικά διαστήματα.

Ενδεικτικά, μπορεί να περιλαμβάνει πειράγματα με στόχο τη διασκέδαση, τη διάδοση άσχημων ή προσβλητικών  φημών on-line, την αποστολή ανεπιθύμητων μηνυμάτων (υβριστικά-προσβλητικά), την παρενόχληση, τη δυσφήμηση σε τρίτους (άλλους πλέον του θύματος). Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον εκφοβισμό μέσω του Διαδικτύου είναι το Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο (Electronic Mail), τα Γραπτά Μηνύματα (Text Messaging), οι Ιστότοποι Κοινωνικού Δικτύου (Social Networking Sites), τα Μέρη Συζητήσεως στο Διαδίκτυο (Chat Rooms), τα Blogs, τα Web Sites, ακόμα και τα διαδικτυακά παιχνίδια (Internet Gaming).

Εμφανίζεται το φαινόμενο αυτό στην Ελλάδα;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας (όπως αυτά προέκυψαν από απογραφική έρευνα στην Κω), ποσοστό 14,7% των εφήβων ανέφεραν παρενόχληση μέσω του Διαδικτύου. Εξ αυτών,  το 15,2% ήταν αγόρια και το 19,5% κορίτσια. Σε ό,τι αφορά την ηλικία, αριθμητικά συχνότερη ήταν η αναφορά από 17χρονους, όμως εξίσου πιθανό ήταν να το αναφέρουν και 14χρονοι που πλοηγούνται στο Διαδίκτυο.

Ποια στοιχεία θα πρέπει να ανησυχούν τους γονείς;

Δεν υπάρχουν κάποια «συμπτώματα» για την περίπτωση εκφοβισμού από το Διαδίκτυο. Ο ρόλος του γονιού δεν είναι να παρακολουθεί ως «ντεντέκτιβ» τη συμπεριφορά του παιδιού του αλλά να είναι διαθέσιμος για τα προβλήματα του. To πιο πιθανό είναι ο γονιός  να μην έχει το επίπεδο τεχνολογικής επάρκειας και δεξιότητας του παιδιού του. Αρκεί όμως να μπορεί να αντιληφθεί ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με επίπτωση στα συναισθήματα του (άγχος, θλίψη, φόβος) και να το πλησιάσει ώστε να μάθει τι συμβαίνει.

Η επικοινωνία με το παιδί είναι το κλειδί. Είναι σημαντικό οι γονείς να ακούσουν προσεχτικά τι λέει το παιδί για τις online εμπειρίες του και να εξοικειωθούν και οι ίδιοι με το διαδίκτυο, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο πλέον κομμάτι της ζωής μας, αλλά και να επισκεφτούν τα site που το παιδί τους επισκέπτεται. Η δαιμονοποίηση του διαδικτύου σίγουρα δεν ωφελεί κανέναν και ας μην ξεχνάμε ότι είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο της τεχνολογίας που ήρθε και θα μείνει στη ζωή μας.

Πώς πρέπει να κινηθούν οι γονείς  εάν διαπιστώσουν ότι το παιδί πέσει θύμα εκφοβισμού μέσω του διαδικτύου;

Εν αρχή ην η πρόληψη! Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να έχουν ενημερώσει τα παιδιά εκ των προτέρων ότι εάν δεχτούν απειλητικά ή προσβλητικά μηνύματα να τα αποθηκεύσουν και όχι να τα διαγράψουν, να κρατήσουν δηλαδή όλα τα αποδειχτικά στοιχεία. Επιπλέον μπορούν οι γονείς να μάθουν στα παιδιά ότι πρέπει ακόμα και να εκτυπώσουν τα απειλητικά μηνύματα που ενδεχομένως λάβουν και βεβαίως να τους τα δείξουν.

Σε περιπτώσεις όπου τα μηνύματα επιμένουν και προέρχονται από άγνωστο αποστολέα, οι γονείς μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και να πάρουν πληροφορίες από την Ασφαλή Πλοήγηση στο Διαδίκτυο.

Πολύ συχνά αρκετοί γονείς ως απάντηση σε ένα περιστατικό εκφοβισμού απαγορεύουν στα παιδιά τους να επισκέπτονται διάφορα sites. Αποβλέπουν στο να τα προφυλάξουν, ωστόσο τα κρατούν μακριά από την εξέλιξη της τεχνολογίας και την προσωπική τους ανάπτυξη.

Σε περιπτώσεις που ένας «διαδικτυακός φίλος» του παιδιού στέλνει μηνύματα προσβλητικά ή με βρισιές μπορεί εύκολα να «αποκλειστεί» από το mail του παιδιού.

Συχνά επίσης, ενδέχεται ο θύτης να είναι κάποιος γνωστός του θύματος, σε αυτή την περίπτωση είναι σημαντικό να ενημερωθούν οι γονείς του παιδιού για την συμπεριφορά του ή ακόμα και το σχολείο του εάν πηγαίνουν τα παιδιά στο ίδιο σχολείο. Με βασικό σκοπό να νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια το θύμα και να ελεγχθεί και να περιοριστεί ο θύτης.

Εάν το παιδί συνεχίζει να εμφανίζεται αγχωμένο, αποσυρμένο, φοβισμένο είναι σημαντικό οι γονείς να ζητήσουν βοήθεια από ψυχολόγο ειδικό σε τέτοιου είδους θέματα.

Ξεπερνιέται η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου;  thumbnail

Ξεπερνιέται η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου;

O κ. Γρηγόρης Βασλαματζής, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, περιγράφει πως εξελίσσεται και πόσο διαρκεί η επώδυνη ψυχική διαδικασία του πένθους λόγω της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου.

Πώς ορίζεται το πένθος;

Το πένθος είναι μια φυσιολογική ψυχική διαδικασία μέσω της οποίας ο ψυχισμός του ατόμου αντιδρά στην απώλεια, όπως στην περίπτωση του θανάτου αγαπημένου προσώπου. Όταν το άτομο βρεθεί αντιμέτωπο με το οδυνηρό γεγονός, αφενός εκφράζει τον ψυχικό πόνο που του προκαλεί η απώλεια, αφετέρου βρίσκει μηχανισμούς προσαρμογής στην πραγματικότητα.

Τι συνέπειες έχει η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου;

Πρόκειται για μια απώλεια που πυροδοτεί τη διαδικασία του πένθους στο μέγιστο βαθμό. Το άτομο που πενθεί βρίσκεται σε μια κατάσταση «φυσιολογικής κατάθλιψης» η οποία θα περάσει, σε γενικές γραμμές, μέσα από τρεις φάσεις. Στην πρώτη φάση, την αμέσως μετά την απώλεια, είναι έντονη η επιθυμία του ατόμου  να επανακτήσει  το αγαπημένο πρόσωπο πού έχασε. Συναισθήματα όπως έντονη αμηχανία, οργή και επικρίσεις προς άλλους ή τον εαυτό του το κατακλύζουν. Το εγώ του βρίσκεται υπό την επήρεια του «σοκ» πού έχει υποστεί, το οποίο μάλιστα είναι πολύ έντονο όταν το συμβάν της απώλειας είναι απρόσμενο (π.χ δυστύχημα).

Στη δεύτερη φάση εκδηλώνονται τα βασικά καταθλιπτικά συναισθήματα, όπως η  έντονη θλίψη, η απογοήτευση ή η απελπισία, ενώ κυριαρχεί η αίσθηση του ατόμου ότι δυσκολεύεται να διατηρήσει την ίδια την συγκρότησή του. Στην τρίτη φάση γίνεται η επεξεργασία των καταθλιπτικών βιωμάτων, με την έννοια ότι αυτά είναι καλύτερα ανεκτά. Στη φάση αυτή αρχίζει και η επανατοποθέτηση των συναισθημάτων σε νέα ενδιαφέροντα και σε νέα πρόσωπα.

Τι διαφέρει το πένθος  από τη μελαγχολία;

Ο Φρόιντ ήταν ο πρώτος (από το 1917) πού είχε διαχωρίσει το φυσιολογικό πένθος από το παθολογικό πένθος, που είναι η μελαγχολία. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένα διαφορετικό νόημα. Η απώλεια βιώνεται ως εσωτερική απώλεια, οπότε το εγώ συρρικνώνεται και φτωχαίνει. Το άτομο αδυνατεί να ξεπεράσει το πένθος του. Η πρότασή του αυτή έχει αξία και σήμερα, καθώς εκατοντάδες έρευνες έχουν προσφέρει σαφείς ενδείξεις πού την υποστηρίζουν.  Το άτομο πού έχει χάσει ένα δικό του  βρίσκεται σε πένθος, χρειάζεται την διαθεσιμότητα και στήριξη του περιβάλλοντος και τη βοήθεια του ειδικού.

Έχει συμπτώματα το πένθος;

Στο επίπεδο των «συμπτωμάτων» , τα πιο συχνά είναι το  κλάμα, τα αισθήματα λύπης, η διαταραχή του ύπνου, η κούραση, η αίσθηση κακής μνήμης και η μείωση της όρεξης.  Βέβαια, κάποιο ποσοστό ανθρώπων σε πένθος παρουσιάζει σαφέστερα συμπτώματα καταθλιπτικού τύπου, όπως   έντονη απώλεια της όρεξης και απώλεια βάρους, δυσκολία στη συγκέντρωση , αισθήματα ενοχής ή ακόμα και ευχές θανάτου. Στην περίπτωση που η κατάσταση πένθους συνυπάρχουν τα πιο σοβαρά συμπτώματα ή επιμηκύνεται, πρέπει να υπάρξει ψυχιατρική και/ή ψυχοθεραπευτική εκτίμηση.

Μια ειδική περίπτωση είναι τα άτομα πού έχουν, πριν συμβεί η απώλεια, μια «καταθλιπτική προδιάθεση». Αυτοί κινδυνεύουν περισσότερο να βιώσουν παθολογικό πένθος, δηλαδή να εμφανίσουν μελαγχολία.

Πότε το πένθος γίνεται ψυχική διαταραχή;

Η φυσιολογική ψυχική διαδικασία επεξεργασίας του γεγονότος της απώλειας εκφράζεται με θλίψη, οδύνη και θρήνο. Η περιγραφή αυτή αφορά στο φυσιολογικό πένθος το οποίο πρέπει να το θεωρήσουμε σαν μια «παροδική διαταραχή». Όλα αυτά παρέρχονται  σε σημαντικό βαθμό με την πάροδο του χρόνου. Οι πρώτοι 12 μήνες  είναι ένα όριο. Συνήθως η ύφεση των συμπτωμάτων γίνεται πιο νωρίς και χωρίς καμιά θεραπεία.

Ωριμάζει το άτομο το πένθος;

Το παράδοξο είναι ότι η λειτουργία του πένθους κάνει το άτομο να περάσει μεν  μέσα από (ψυχολογικές) συμπληγάδες, αλλά αυτός είναι ο δρόμος πού οδηγεί στο φυσιολογικό ξεπέρασμα του πένθους. Το άτομο θα βγει πιο ώριμο και ψυχικά λειτουργικό.

Από την άλλη τα  παρηγορητικά λόγια όπως, «είναι φυσικό να νοιώθεις έτσι» ή «τα χουμε περάσει όλοι», δεν ανακουφίζουν ιδιαίτερα γιατί το άτομο υποφέρει και συχνά δεν μπορεί να δει την κατάσταση του σαν φυσιολογική.

Πρέπει τελικά να πενθεί κάποιος ή όχι;

Στο σύγχρονο κόσμο υπάρχει και ένας τρόπος σκέψης στον οποίο επικρατεί η πεποίθηση ότι το να πενθείς –  και μάλιστα αυτό να φαίνεται –  δεν είναι σωστό. Ο πενθών πρέπει να ελέγχει τα συναισθήματα του και «να δείχνει ψύχραιμος», δηλαδή να καταπιέζει τον ψυχικό του κόσμο. Αυτή όμως η προσπάθεια εμποδίζει τη διαδικασία του πένθους και γι’ αυτό μακροπρόθεσμα αποτελεί παράγοντα ψυχικής ευαλωτότητας.

 

Ποια είναι τα σημάδια της ψυχογενούς ανορεξίας;  thumbnail

Ποια είναι τα σημάδια της ψυχογενούς ανορεξίας;

Η κυρία Τζένη Σουμάκη, παιδοψυχίατρος – ψυχαναλύτρια, επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Ημέρας «ΑΝΑΣΑ» αναλύει τη συγκεκριμένη διαταραχή και δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπισή της.

Η ψυχογενής ανορεξία είναι μία από τις πιο απειλητικές διαταραχές διατροφής που καταγράφονται πλέον και στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία το άτομο δεν έχει όρεξη για φαγητό, αλλά είναι μια πολύπλοκη ασθένεια ψυχολογικής φύσης που πλήττει τις γυναίκες της εφηβικής και της μετεφηβικής ηλικίας.

Τι είναι η ψυχογενής ανορεξία;

Πρόκειται για το τρίτο συχνότερο χρόνιο νόσημα της εφηβικής ηλικίας στις γυναίκες, με την  πρώτη κορύφωση να καταγράφεται στην ηλικία των 14,5 ετών και τη δεύτερη στα 18 χρόνια. Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες έχει διαπιστωθεί σημαντική αύξηση της νόσου στις γυναίκες ηλικίας 15 – 24 ετών, και η αναλογία εμφάνισης της στις γυναίκες είναι επταπλάσια σε σύγκριση με την αντίστοιχη στους άνδρες.

Πώς εξηγείται η εμφάνιση στις συγκεκριμένες ηλικίες;

Η κορύφωση της συχνότητας εμφάνισης της ανορεξίας στην ηλικία των 15 – 24 ετών αντικατοπτρίζει την προβολή από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ιδιαίτερα λεπτόσωμων γυναικών ως προτύπων μίμησης για νέες κοπέλες. Η λεπτή σιλουέτα έχει μια απόλυτη αξία που πλησιάζει σε μια «ηθική» τελειότητα και αποτελεί απόδειξη παντοδυναμίας.

Ποια είναι τα αΙτιά της;

Ατομικοί, ψυχολογικοί αλλά και οργανικοί παράγοντες συμμετέχουν στη γένεσή της.  Η οικογένεια και το περιβάλλον παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής. Πρόκειται για οικογένειες που χαρακτηρίζονται από μια κυρίαρχη φροντίδα να δοθεί μια καλή εικόνα προς τα έξω σε βάρος των προσωπικών συναισθημάτων. Κυρίαρχο πρόσωπο αποτελεί η κυριαρχική – ελεγκτική μητέρα. Με τη διαταραχή η ανορεκτική έφηβη αφενός προβάλλει το αίτημά της για αγάπη με τη σωματική της αδυναμία, απ’ την άλλη αρνείται κάθε βοήθεια που της προσφέρεται.

Τι πρέπει να κινητοποιήσει τους γονείς;

Έναρξη δίαιτας με σκοπό την απώλεια βάρους χωρίς «ιδιαίτερο» λόγο. Ή ακόμα και αν συντρέχει λόγος, συνέχιση της δίαιτας σε ακραία επίπεδα. Σοβαρή και απότομη απώλεια βάρους, η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από διαστρεβλωμένη αντίληψη/ «προσωπική αίσθηση» για τη σωματική διάπλαση. Στην περίπτωση της ανορεξίας, το βάρος φτάνει και κατά 15% κάτω του κατώτατου φυσιολογικού. Εμμονή γύρω από το σωματικό βάρος, έντονη ανησυχία κι ενασχόληση με την εικόνα σώματος. Αποκλεισμός, εκλεκτικότητα ή περιορισμός τροφών, συχνό ζύγισμα, μέτρηση θερμίδων. «Εξαφάνιση» στην τουαλέτα αμέσως μετά το γεύμα (για την αποβολή του φαγητού). Διαταραχές της περιόδου (αναστάτωση της εμμηνορρυσίας ή διακοπή της για 3 συνεχείς κύκλους ) έως αμηνόρροια.

Πώς πρέπει να αντιδράσει η οικογένεια του ατόμου με ανορεξία;

Οι γονείς συνήθως αποδυναμώνονται με την εμφάνιση στο παιδί τους μιας διατροφικής διαταραχής και συχνά ενοχοποιούνται κατηγορώντας τους εαυτούς τους για την ασθένεια. Άλλες φορές βέβαια, αρνούνται το ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα το οποίο χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Έτσι πολύ συχνά τα παιδιά φτάνουν σε ακραία σημεία, όπου η νοσηλεία μπορεί να κριθεί αναγκαία. Συχνά επίσης, χρησιμοποιούν λογικά επιχειρήματα για να εξηγήσουν αυτό που συμβαίνει, κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα σε ένταση και μεγαλύτερη απογοήτευση των παιδιών με ενίσχυση των συμπτωμάτων της ασθένειας.

Σε ποιον πρέπει να απευθυνθεί κάποιος, εφόσον εντοπίσει το πρόβλημα;

Η θεραπεία αφορά τόσο στο σωματικό όσο και στον ψυχικό τομέα. Συχνά έχει χαρακτήρα επείγουσας σωματικής (εντονότατη καχεξία, ηλεκτρολυτικές και ορμονικές διαταραχές) ή ψυχικής αιτιολογίας (απόπειρα αυτοκτονίας, εντονότατη έκρηξη άγχους, ιδίως μετά από βουλιμική κρίση). Το Κέντρο Ημέρας «ΑΝΑΣΑ» παρέχει εντελώς δωρεάν , υπηρεσίες διάγνωσης, θεραπείας και συμβουλευτικής υποστήριξης των πασχόντων και των οικογενειών τους, μέσω μιας πολυκλαδικής ομάδας επαγγελματιών υγείας η οποία αποτελείται από ψυχίατρο, παιδοψυχίατρο, ψυχολόγους, γενικό ιατρό, διατροφολόγο, εργοθεραπευτή.

Πώς σχετίζεται το πένθος με την πτώχευση; thumbnail

Πώς σχετίζεται το πένθος με την πτώχευση;

Ο κ. Κωνσταντίνος Γεμενετζής, ψυχαναλυτής, εξηγεί τις υπόγειες διαδρομές που συνδέουν το πένθος της απώλειας με την πρωτόγνωρη εμπειρία της πτώχευσης που βιώνουμε ως λαός και ως χώρα.
Τι συνδέει το πένθος της απώλειας με την πτώχευση;
Η λέξη "πτωχός" συγγενεύει με το "πίπτω". Η εμπειρία της πτώχευσης είναι εμπειρία μιας πτώσης. Αυτή μπορεί να φτάνει από τον ξεπεσμό στα μάτια του κόσμου, της οικογένειας, του ίδιου του εαυτού, μέχρι το πέσιμο από το μπαλκόνι, ή στη θηλιά γύρω από τον λαιμό.
Η πτώχευση έρχεται μετά από μια απώλεια. Η απώλεια μπορεί να αφορά πράγματα του παρόντος: Δεν μπορώ να αγοράζω στο σούπερ μάρκετ αυτά που αγόραζα, δεν μπορώ να προσφέρω στα παιδιά μου το ιδιωτικό σχολείο που πρόσφερα, δεν μπορώ να πληρώσω το δάνειο για το σπίτι ή το αυτοκίνητο, δεν μπορώ να κάνω τα ταξίδια που έκανα κ.ο.κ. Η απώλεια μπορεί όμως να αφορά και μελλοντικά πράγματα: Γίνονται ανέφικτα τα σχέδια και τα όνειρα που είχα για μια καλύτερη ζωή, τη δική μου, της οικογένειας, των παιδιών μου, για τις προοπτικές μιας γενικότερης ευημερίας, στην οποία θα συμμετείχα μαζί με τους περισσότερους.
Απώλειες τέτοιου είδους δεν οδηγούν αναγκαστικά στην πτώση της πτώχευσης. Στην απώλεια κάτι δικό μου, κάτι που βρίσκονταν στην περιοχή του δικού μου μικρόκοσμου, απομακρύνεται και χάνεται. Εγώ στέκω εκεί, το χάνω από τα μάτια μου, βλέπω τον ορίζοντα του κόσμου μου να στενεύει, πενθώ. Πενθώ θα πει: ό,τι χάθηκε εξακολουθεί να είναι παρόν, δια της απουσίας του όμως. Και γι' αυτό πονάει, όπως το ακρωτηριασμένο "μέλος φάντασμα". Το πένθος είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο αυγό του "Κι άλλο!" με την πέτρα του "Όχι πια!".
Εκεί που την απώλεια ακολουθεί η πτώση του ξεπεσμού, της κατάπτωσης και της βουτιάς στο κενό, δεν στέκω πλέον. Πέφτω ο ίδιος. Πότε συμβαίνει τούτο; Πότε μια απώλεια με "ρίχνει"; Όταν τα πράγματα που χάνονται αποτελούν συνέχεια του εαυτού μου. Όταν ένας τρόπος ζωής, τα όνειρά μου για μένα και για τα παιδιά μου έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος της εικόνας που έχω για τον εαυτό μου. Τότε δεν χάνεται απλά το ένα και το άλλο. Χάνεται το ίδιο το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Όσο ριζικότερα αυτή η εικόνα με καθορίζει, τόσο εμφατικότερα η συντριβή της ισοδυναμεί με πτώση, με μια λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερη πτώση στο κενό.
Στην εμπειρία της πτώχευσης, ό,τι με στήριζε χάνεται. Η εικόνα του εαυτού μου γίνεται συντρίμμια. Χάνομαι ο ίδιος, χάνομαι μέσα σε μια βουβαμάρα, γίνομαι βουβαμάρα ο ίδιος. Δεν υπάρχει καν πένθος, καθώς το πένθος προϋποθέτει ένα Εγώ που στέκει, ίσταται και υφ-ίσταται την απώλεια. Τώρα έχει σιγάσει όπως ένα τοπίο που το σκέπασε χιόνι.

Γεννιόμαστε ή γινόμαστε ταλαντούχοι; thumbnail

Γεννιόμαστε ή γινόμαστε ταλαντούχοι;

Η Δρ. Καλλιόπη Εμμανουηλίδου, συμβουλευτική -εκπαιδευτική ψυχολόγος, οριοθετεί τα έμφυτα και τα επίκτητα χαρακτηριστικά μας και αναζητεί την απάντηση.

Το ταλέντο κληροδοτείται ή αποκτάται;

Υπάρχει η άποψη ότι το ταλέντο φαίνεται από μικρή ηλικία, καθώς τα παιδιά που έχουν π.χ. κλίση στη μουσική, εκδηλώνουν αυτήν την τάση τους από πολύ νωρίς, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ευαισθησία στους ήχους, το ρυθμό, τη μελωδία. Μαθαίνουν γρηγορότερα από το μέσο όρο μουσική.

Αρκεί όμως αυτή η κλίση;

Σίγουρα όχι. Η κλίση, για να οδηγήσει σε υψηλότατη επίδοση, χρειάζεται εξάσκηση. Πολλή εξάσκηση. Και η εξάσκηση χρειάζεται αφοσίωση και πειθαρχία. Συνήθως τα άτομα που έχουν μια κλίση, αγαπούν το αντικείμενο της σπουδής τους και δεν τους ενοχλεί να εξασκούνται ή να προπονούνται με τις ώρες, έστω κι αν αυτή η ενασχόληση είναι μοναχική.

Τι γίνεται αν κάποιος δεν έχει εμφανίσει ιδιαίτερη κλίση και καταπιάνεται με κάτι και απλώς εξασκείται-προπονείται εντατικά;

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αρκεί η εντατική και συστηματική εξάσκηση, για να μπορέσει κάποιος να φτάσει υψηλότατες επιδόσεις κάποια στιγμή. Ωστόσο, επειδή τα παιδιά που εμφανίζουν μια τάση, συνήθως αρχίζουν τη συστηματική εξάσκηση από πολύ νωρίς, είναι πολύ δυσδιάκριτο να καταλάβουμε αν η κατοπινή τους επίδοση οφείλεται στη συστηματική εξάσκηση ή στο έμφυτο ταλέντο.

Συχνά για να απαντηθούν τέτοια ερωτήματα, καταφεύγουμε στη μελέτη βιογραφιών γνωστών ταλαντούχων ατόμων. Για παράδειγμα, ο Μότσαρτ δέχτηκε από πολύ νωρίς συστηματικότατη προπόνηση (μάλιστα ο πατέρας του κατηγορείται σήμερα ότι του στέρησε την παιδική του ηλικία). Και αυτός και ο Μπαχ προέρχονται από οικογένειες μουσικών. Πώς όμως μπορούμε να το ερμηνεύσουμε αυτό; Ότι αυτοί οι δύο μουσικοί κληρονόμησαν μουσικό ταλέντο από τους προγονούς τους; Ή ότι, μεγαλώνοντας σε οικογένειες μουσικών, δέχτηκαν τόσο πολλά ερεθίσματα, που εξάσκησαν τις μουσικές τους ικανότητες σε μεγάλο βαθμό;

Πώς βάζουμε όρια στα παιδιά μας; thumbnail

Πώς βάζουμε όρια στα παιδιά μας;

Ο κ. Γεώργιος Χρούσος, καθηγητής Παιδιατρικής και Διευθυντής της Α’  Πανεπιστημιακής Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξηγεί πώς μπορούμε να οριοθετήσουμε τον κόσμο των παιδιών μας.

Πολλά από τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με τα παιδιά μας οφείλονται στην έλλειψη ορίων.

Μπορεί να μπει όριο στη συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής των παιδιών με τις φωνές και την ένταση;

Οι φωνές και η ένταση στη συμπεριφορά των γονιών κινούνται στα όρια της ελαφριάς κακοποίησης.  Η συμπεριφορά που πρέπει να έχει ένας γονέας είναι αυστηρότητα με αγάπη, δηλαδή πρέπει οι γονείς να θέτουν όρια, «μέχρι εκεί μπορείς να πας, παραπάνω δεν μπορείς να πας». Το χρειάζεται αυτό και το ίδιο το παιδί και εάν δεν έχουν μπει όρια στο παιδί, αγχώνεται. Χρειάζεται η λεγόμενη«τρυφερή αυστηρότητα».

Όταν δεν ακούει το παιδί, ούτε τότε χρειάζεται η φωνή;

Καμιά φορά χρειάζεται. Δεν πρέπει, όμως, να προσβάλλουμε το παιδί δίνοντάς του να καταλάβει ότι δεν έχει αξία,  διότι του δημιουργείται φοβερό στρες. Επειδή στα παιδιά ακόμα ο εγκέφαλος διαπλάθεται, πολλές ζημιές που γίνονται είναι μόνιμες. Και αυτό θα το επηρεάσει σε όλη του την ζωή. Στον τρόπο που θα συμπεριφερθεί στο σχολείο, στο τι θα κάνει στο πανεπιστήμιο, τι οικογένεια θα φτιάξει, πως θα συμπεριφερθεί στις σχέσεις του. Θα αισθάνεται άσχημα απέναντι στους άλλους, δε θα είναι αυτόνομος, δε θα είναι αυθεντικός.Και δεν θα έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Εννοείται δε ότι απορρίπτεται ολοκληρωτικά η σωματική βία κατά των παιδιών!

Αν ο γονιός μάθει ότι το παιδί του καπνίζει, πως πρέπει να αντιδράσει;

Η  μόνη λύση είναι να μιλήσει στο παιδί λογικά και χωρίς φωνές, παρότι αυτό ακούγεται και είναι δύσκολο. Οφείλει να του μιλήσει για όλα τις επιβλαβείς συνέπειες που έχει το τσιγάρο, και φυσικά το καλύτερο είναι να μπορεί να του δώσει ο ίδιος ο γονιός το παράδειγμα: να του τονίσει ότι ο ίδιος δεν καπνίζει.

Η αναφορά στον καρκίνο που προκαλεί το κάπνισμα έχει αποτέλεσμα; 

Καλό θα ήταν να αναφερθεί. Αν και πρέπει να σημειωθεί ότι, δυστυχώς ή ευτυχώς,  τα παιδιά δεν έχουν την αίσθηση του φόβου και του θανάτου, είναι πολύ αισιόδοξα και δεν προβληματίζονται για το τι μπορεί να τους συμβεί μετά από κάποια χρόνια.

Τι πρέπει να κάνει ο γονιός όταν τα παιδιά δεν έχουν όρια στο φαγητό;

Περίπου 30% των παιδιών που είναι παχύσαρκα στην Ελλάδα έχουν καταθλιπτικά συμπτώματα, που σημαίνει ότι υπάρχουν ψυχολογικά αίτια. Αυτά τα παιδιά έχουν πολύ κακή αίσθηση για την εμφάνιση τους και για τον εαυτό τους, γεγονός που τα απομονώνει από τους φίλους τους, και τους προκαλεί στρες. Το στρες διεγείρει την όρεξη και τρώνε πιο πολύ και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ο οποίος πρέπει να διακοπεί. Πρέπει,λοιπόν, οι γονείς εάν δουν ότι το παιδί τους ξεφεύγει από τις καμπύλες και πάει προς το υπέρβαρο, να παρέμβουν, όσο το δυνατόν νωρίτερα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το παιδί συνηθίζει   να τρώει πολύ, αλλά κυρίως ότι αλλάζει και η φυσιολογία του. Και μετά μπορεί να τρώει λιγότερο από τα άλλα παιδιά αλλά και πάλι να μην χάνει βάρος. Διαταράσσεται ο μεταβολισμός του παιδιού. Είναι πάρα πολύ βασικό να ξεκινήσει κανείς όσο πιο νωρίς γίνεται.

Τι φοβάται ένα παιδί χωρισμένων γονιών; thumbnail

Τι φοβάται ένα παιδί χωρισμένων γονιών;

Η κυρία Μερσύνη Αρμενάκα, παιδοψυχίατρος με ειδίκευση στη συστημική θεραπεία οικογένειας και ζευγαριών, χαρτογραφεί το ευαίσθητο ψυχικό πεδίο των παιδιών που βιώνουν τον χωρισμό των γονιών τους. Τι συνέπειες μπορεί να έχει το διαζύγιο στη ψυχολογία του παιδιού και από ποια ηλικία αυτές γίνονται εμφανείς;

Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τα μισά σχεδόν παντρεμένα ζευγάρια καταλήγουν σε διαζύγιο.

Πώς επηρεάζει το παιδί το διαζύγιο των γονιών του;

Συχνά οι συνέπειες του διαζυγίου στην ψυχολογία του παιδιού ξεκινούν πολύ πριν χωρίσει οριστικά το ζευγάρι, μέσα από τις συγκρούσεις και τις εντάσεις που εκδηλώνονται στη σχέση του, ενώ μπορεί να συνεχιστούν επί μακρόν και μετά τον τυπικό χωρισμό, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Μελέτες έχουν δείξει  ότι τα παιδιά αυτά έχουν τριπλάσια πιθανότητα για ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας, σε σχέση με τα άλλα παιδιά και εφήβους. Μια πανεθνική διαχρονική έρευνα στην Αμερική με μελέτη μεγάλου δείγματος  7χρονων παιδιών με χωρισμένους γονείς έδειξε ότι το 30% των παιδιών αυτών έκανε ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της εφηβείας.

Τι φοβάται ένα παιδί χωρισμένων παιδιών;

Αυτό που χαρακτηρίζει όλα τα παιδιά είναι ο φόβος εγκατάλειψης. Μέχρι την ηλικία των  5 χρόνων πολλά παιδιά νομίζουν ότι αυτά φταίνε για τον χωρισμό των γονιών τους και φοβούνται ότι θα τα εγκαταλείψουν.

Τι άλλο αισθάνονται τα παιδιά των χωρισμένων γονιών;

Πολύ συχνά, εμφανίζουν άγχος αποχωρισμού, ενούρηση και επιθετικές τάσεις. Μπορεί να είναι επιθετικά και νευρικά,  πολλές φορές όμως είναι θλιμμένα και έχουν δυσκολίες στον ύπνο. Οι επιπτώσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία του παιδιού. Στα μικρά παιδιά κάτω των 3 χρόνων υπάρχουν ελάχιστες μνήμες και οι μετέπειτα επιπτώσεις είναι μάλλον λιγότερες. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας πενθούν ανοικτά, αισθάνονται προσωπική απόρριψη, εμφανίζουν κακές σχολικές επιδόσεις, παρουσιάζουν σωματικές ενοχλήσεις, καταθλιπτικά στοιχεία, λένε ψέματα, κάνουν μικροκλοπές.

Τα παιδιά χωρισμένων γονιών έχουν πιο έντονη εφηβεία;

Στην εφηβεία όπου η ανάγκη για σταθερότητα είναι μεγάλη και στην περίπτωση που τους λείπει η πατρική φιγούρα έχουν αισθήματα θυμού, προδοσίας, σε αρκετές περιπτώσεις τα παιδιά που έχουν βιώσει τον χωρισμό των γονιών τους επιδίδονται σε έντονη σεξουαλική δραστηριότητα, μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών ενώ και η παραβατική συμπεριφορά είναι συχνή.

Τι πρέπει να κάνω αν το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες; thumbnail

Τι πρέπει να κάνω αν το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες;

Η κυρία Λωρέττα Θωμαϊδου, καθηγήτρια Αναπτυξιακής Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εξηγεί που οφείλονται οι μαθησιακές δυσκολίες και πως αντιμετωπίζονται

Το 25% των μαθητών στην χώρα μας εκτιμάται ότι αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες.Ωστόσο κάθε ένας από αυτούς είναι μοναδικός. Κι αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζει διαφορετικό συνδυασμό και σοβαρότητα προβλημάτων. Ο κοινός παρονομαστής όλων είναι ότι έχουν ελλείψεις στις βασικές διαδικασίες μάθησης.

Τι εννοούμε με τον όρο «μαθησιακές δυσκολίες»;

Μαθησιακές δυσκολίες υπάρχουν από τότε που οι άνθρωποι έπρεπε να επεξεργάζονται πληροφορίες και να μαθαίνουν. Με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν πιο γνωστές ενώ και οι επιστήμονες αποκωδικοποιούσαν αρκετές από αυτές. Οι μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζονται με πολλές μορφές, πχ  οπτική, ακουστική, κινητικού ελέγχου, δυσκολία στην επικοινωνία, στη λογική επεξεργασία πληροφοριών, κ.α

Που οφείλονται;

Είναι νευρολογικές διαταραχές. Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι εγγενείς στο άτομο. Αυτό σημαίνει πως υπάρχουν στο παιδί από τη γέννησή του.

Πόσα παιδιά αφορούν;

Υπολογίζεται ότι πάνω από το 25% των παιδιών εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες.  Όλοι μας, σε κάποιο στάδιο της μαθητικής μας ζωής, για κάποιο λόγο, πιθανόν να είχαμε παρουσιάσει μαθησιακές δυσκολίες.

Πώς εκδηλώνονται οι μαθησιακές δυσκολίες;

Στα συμπτώματα των μαθησιακών δυσκολιών περιλαμβάνονται μια μεγάλη γκάμα από χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την ανάπτυξη και τα επιτεύγματα του παιδιού. Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι: διάσπαση προσοχής,φτωχή μνήμη, δυσκολία στο να ακολουθεί οδηγίες, δυσκολία στο να ξεχωρίζει μεταξύ τους τα γράμματα, τους αριθμούς, και τους ήχους, περιορισμένη αναγνωστική ικανότητα, προβλήματα στον οπτικο-κινητικό συντονισμό, δυσκολία στη σειροθέτηση (π.χ. ακολουθία των ημερών της εβδομάδας, των μηνών του χρόνου,κ.λ.π.), αποδιοργάνωση, και πολλά άλλα προβλήματα που μπορεί να το επηρεάζουν.

Σε ποια ηλικία εκδηλώνονται;

Οι μαθησιακές δυσκολίες συνήθως αναγνωρίζονται κατά την Α´ τάξη του δημοτικού σχολείου, με αφορμή την επαφή του παιδιού με τη γραφή και την ανάγνωση. Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται στο σχολείο, γεγονός που λογικά θα ανησυχήσει τον γονιό, είναι πάρα πολύ σημαντικό να διευκρινιστεί κατά πόσον η αιτία της δυσκολίας οφείλεται στο ίδιο το παιδί ή σε αιτία που ξεφεύγει από το παιδί και ανήκει στο περιβάλλον. Δηλαδή, πρέπει να αποσαφηνιστεί εάν  ένα παιδί έχει δυσκολία στο σχολείο γιατί έχει χαμηλές ικανότητες ή γιατί έχει αργό ρυθμό μάθησης ή γιατί δεν διαβάζει ή γιατί δεν διαβάζει όσο πρέπει. Μπορεί επίσης να ευθύνονται εξωγενείς παράγοντες όπως πχ ο δάσκαλος ή το σχολείο. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια ανακάλυψη που προβληματίζει κάθε γονιό.

Ποια είναι η αντίδραση των γονιών όταν ακούνε ότι το παιδί τους έχει μαθησιακές δυσκολίες;

Η ανακάλυψη προβληματίζει πολύ κάθε γονιό. Όταν όμως ενημερωθούν για την ακριβή διάγνωση και την αντιμετώπιση της διαταραχής, τότε αποδέχονται την  κατάσταση και είναι ιδιαίτερα συνεργάσιμοι.

Πού πρέπει να απευθύνονται οι γονείς για τις μαθησιακές δυσκολίες;

Όποτε παρατηρηθεί δυσκολία του παιδιού στο σχολείο αμέσως οι γονείς οφείλουν να απευθυνθούν στον παιδίατρο τους, ο οποίος θα τους κατευθύνει σε ειδικούς παιδαγωγούς των νοσοκομείων Παίδων ή του ιδιωτικού τομέα.

X

Αγαπητοί αναγνώστες,

Σας ενημερώνουμε ότι το boro.gr προσφέρει καθημερινά (Δευτέρα-Παρασκευή) δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη με επαγγελματίες ψυχολόγους.

Κάντε κλίκ εδώ για να συνδεθείτε και να ενημερωθείτε για τις ώρες λειτουργίας.
X